Το Εργαστήριο Μελέτης Ελληνογερμανικών Σχέσεων του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ διοργάνωσε, την Πέμπτη, 26 Μαρτίου, σε συνεργασία με τις εκδόσεις Πατάκη, συζήτηση με τη συγγραφέα Μαρίνα Αγαθαγγελίδου για το βιβλίο της Ρεπεράζ.
Η Μαρίνα Αγαθαγγελίδου έχει σπουδάσει θεατρολογία στο ΕΚΠΑ και λογοτεχνική µετάφραση στο ΕΚΕΜΕΛ, και στη συνέχεια έκανε διδακτορικό στο Ινστιτούτο Θεατρολογίας του Freie Universität Berlin. Ζει στο Βερολίνο από το 2010 και εργάζεται στον λογοτεχνικό οργανισµό Haus für Poesie. Μεταφράζει γερµανόφωνη λογοτεχνία και θεωρία, και είναι µέλος της συντακτικής οµάδας του περιοδικού λογοτεχνικής µετάφρασης «Το Παράσιτο». Το Ρεπεράζ είναι το πρώτο της λογοτεχνικό έργο και κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις Πατάκη.
Στη συζήτηση με τη συγγραφέα έλαβαν μέρος οι: Δημήτρης Λάλλας, Δρ. Κοινωνιολογίας, Γιώργος Μπιθυμήτης, Κύριος Ερευνητής, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και Λουκάς Φρέρης, Ιστορικός της Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Νυρεμβέργης Ερλάνγκεν. Τη συζήτηση συντόνισε η Τζένη Λιαλιούτη, διευθύντρια του Εργαστηρίου Μελέτης Ελληνογερμανικών Σχέσεων.
Στο πλαίσιο της συζήτησης, ο Δημήτρης Λάλλας υποστήριξε ότι το βιβλίο της Αγαθαγγελίδου προσφέρει, μέσω μιας πολυφωνικής αφήγησης, τη σκιαγράφηση μιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, όχι τόσο ως ενός πολυπολιτισμικού χωνευτηρίου, αλλά ως ενός «κατωφλιού». Το ίδιο το Βερολίνο μοιάζει από τη δεκαετία του 1990 να εισέρχεται κατά καιρούς σε κατωφλιακές συνθήκες, σε συνθήκες διαβατήριες σε ένα άλλο στάδιο, τελετουργικά τα οποία φαίνεται να οργανώνονται από έναν υστερονεωτερικό, πολιτισμικό καπιταλισμό, από μια “οικονομία του εμπλουτισμού”, η οποία και εγγυάται τη μετάβαση στο νέο στάδιο για αυτή την πόλη και την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική της αναπαραγωγή. Εντούτοις, η άρση των δεδομένων ταυτοτήτων, των αυτονόητων κατηγοριών και μορφών, η αιώρηση σε μια συνθήκη κενού μπορεί να εκτρέψει την ομαλή μετάβαση σε μια ελεγχόμενη, επιβλεπόμενη κοινωνική τάξη πραγμάτων. Σε μια τέτοια κατωφλιακή συνθήκη, υποστήριξε ο Λάλλας, είναι τα ίχνη, οι απουσίες που μπορούν να ενεργοποιήσουν, να πυροδοτήσουν εικόνες-σκέψεις που μπορούν να αναδείξουν «αστραπιαία» άλλες δυνητικότητες, εναλλακτικές τροχιές ιστορίας, θαμμένα όνειρα, να αφυπνίσουν τρόπους με τους οποίους τα πράγματα μπορούν να γίνουν αλλιώς. Σύμφωνα με τον ομιλητή, η μέθοδος της διαλεκτικής εν στάσει για την κατανόηση του παρελθόντος και του παρόντος, της εμπειρίας και της μνήμης, η οποία μπορεί να λειτουργήσει αφυπνιστικά, την οποία επεξεργάσθηκε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, φαίνεται να αναπνέει στο λόγο της Αγαθαγγελίδου. Ο Δ. Λάλλας τόνισε, ακόμη, πως ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο της αφήγησης της Αγαθαγγελίδου είναι ότι από τη μια αναδεικνύει μέσα από την καθημερινή εμπειρία των χαρακτήρων της μια υπόσχεση κοινωνικής σταθερότητας και κοινωνικής ανοδικής κινητικότητας. Από την άλλη, η συγγραφέας επερωτά έμμεσα την ίδια αυτή υπόσχεση που δίνονταν παλιότερα, έστω και ρηματικά. Την επερωτά, την προβληματοποιεί όχι μόνο ως προς την ειλικρίνεια αυτών που τη διατύπωναν, αλλά την επερωτά, την κρίνει, και ως προς το περιεχόμενό της. Ενσωμάτωση ποιανού και που και με τι όρους, με τι κόστη, με τι απώλειες;
Στο δικό του σχόλιο, ο Γιώργος Μπιθυμήτρης έθεσε το θέμα της ελευθερίας και των ορίων. Ανέφερε χαρακτηριστικά: Σκέφτομαι την Άλκηστη και την επιλογή της να επιστρέψει στην Ελλάδα το 2015. Στην Ελλάδα της κρίσης, ενδεχομένως της υλικής αποστέρησης, σίγουρα των λίγων επιλογών και των πολλών περιορισμών. Μήπως, όμως, αναρωτιέται ο Μπιθυμήτρης, εδώ βλέπουμε τελικά μια επιθυμία για όρια, ή ιδωμένο αλλιώς, μία δυσφορία απέναντι στις άπειρες δυνατότητες του υποκειμένου (να είναι ο επιθυμητός εαυτός, να κάνει την επιθυμητή δουλειά, να βρίσκεται στο επιθυμητό μέρος κλπ.); Όπως λέει ο Γιώργος Καλλής στο βιβλίο του Η ελευθερία των ορίων, με αναφορά στην ταινία Ο μύθος του 1900 του Τορνατόρε: σε ένα υποθετικό πιάνο με απεριόριστα πλήκτρα, θα ήταν αδύνατο να συνθέσεις κάτι, και αντίστροφα: με τα 88 πλήκτρα, η μουσική που μπορείς να παίξεις, είναι ατελείωτη.
Έθεσε επίσης ερωτήματα για τη σχέση των ηρώων του βιβλίου με την ιστορία. Σύμφωνα με τον Γ. Μπιθυμήτρη, οι πρωταγωνιστές του Ρεπεράζ φαίνεται ότι αδυνατούν να σχετισθούν με την ιστορία, ως κάτι που μπορεί να συγκλονίσει, να τρομοκρατήσει, ή να εμπνεύσει. Οι προηγούμενες γενιές, η μητέρα και ο θείος του Καρλ, νοστάλγησαν τον κομμουνισμό, αν και με έναν τρόπο πρόωρο, με τρόπο που ταιριάζει σε ένα φάντασμα απένθητο, όχι σε κάτι που μπορεί να ενσωματωθεί στην τωρινή εμπειρία και να σε κάνει να δεις αλλιώς το μέλλον. Πώς στοχάζονται όμως οι νέοι άνθρωποι τις δυστοπίες του 20ου αιώνα; Τελικά, μήπως αυτό που έχει αλλοιωθεί στην περίπτωση του Καρλ, αλλά και άλλων πρωταγωνιστών, είναι η ίδια η σχέση με τον ιστορικό χρόνο;
Στη δική του παρέμβαση, ο Λουκάς Φρέρης υποστήριξε πως ο Κρικάλεφ, ο Σοβιετικός κοσμοναύτης, λειτουργεί σχεδόν ως ο έβδομος ήρωας του βιβλίου. Ξεχασμένος στο διάστημα, την ώρα που στη Γη σύνορα, καθεστώτα και βεβαιότητες καταρρέουν, μοιάζει να καθρεφτίζει με έναν παράξενο τρόπο τους υπόλοιπους ήρωες της ιστορίας. Η αντίθεση με τον Γκαγκάριν, τον πρώτο άνθρωπο που ταξίδεψε στο διάστημα είναι εδώ πολύ έντονη: ο Γκαγκάριν έμεινε μόλις 108 λεπτά στο διάστημα, αλλά στη συνέχεια έκανε μια θριαμβευτική παγκόσμια περιοδεία σχεδόν 100 ημερών, γνωρίζοντας παντού εντυπωσιακή υποδοχή από ηγέτες και πλήθη. Όταν έφτασε στην Αθήνα, τον χειμώνα του 1962, η υποδοχή ήταν πανηγυρική. Το ερώτημα που έθεσε ο Λ. Φρέρης ήταν αν οι ήρωες του βιβλίου αισθάνονται πιο κοντά σε αυτή τη μορφή του λαμπρού, δοξασμένου κοσμοναύτη ή μάλλον στον Κρικάλεφ, τον ξεχασμένο άνθρωπο του οποίου η υπόθεση έμενε σε εκκρεμότητα. Και, συνέχισε, πως θα μπορούσαμε ίσως να συνδέσουμε αυτή την αντίθεση και με δύο διαφορετικές μορφές μετανάστευσης: από τη μία, τους μετανάστες της δεκαετίας του ’60, που παρά τις δυσκολίες τους τραγουδήθηκαν και σχεδόν μυθοποιήθηκαν, και από την άλλη πιο σύγχρονες μορφές μετακίνησης, που εμφανίζονται συχνά όχι ως έπος, αλλά ως «ζήτημα» προς διαχείριση και επίλυση.
Ο Λ. Φρέρης έθεσε επίσης το ζήτημα της πολιτιστικής διπλωματίας διερωτώμενος για τα όρια της διαμεσολάβησης. Όπως εξήγησε πολιτιστική διπλωματία είναι αυτό που συμβαίνει όταν άνθρωποι, ιδέες και τρόποι ζωής μετακινούνται από έναν τόπο σε έναν άλλον και, μέσα από αυτή τη μετακίνηση, δημιουργούν γέφυρες, ταυτίσεις ή νέες μορφές επαφής. Δεν αφορά μόνο κράτη, θεσμούς ή επίσημες αποστολές, αλλά και πιο άτυπες μορφές διαμεσολάβησης: άνθρωποι που ζουν ανάμεσα σε χώρες, γλώσσες και πολιτισμούς και γίνονται, θέλοντας και μη, φορείς μεταφοράς και μετάφρασης εμπειριών. Στη σχετική βιβλιογραφία, τέτοια πρόσωπα έχουν περιγραφεί ως «πρόθυμοι διερμηνείς». Σύμφωνα με το σχόλιο του κ. Φρέρη, το Ρεπεράζ μας παρακινεί να δούμε αυτή την ιδέα λίγο πιο επιφυλακτικά. Οι ήρωες δεν φαίνεται να λειτουργούν τόσο ως εύκολες ή επιτυχημένες «γέφυρες» ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Δεν είναι δηλαδή πρόσωπα που απλώς μεταφέρουν εμπειρίες από τη μία πλευρά στην άλλη και, μέσα από αυτό, παράγουν αυτόματα κατανόηση ή εγγύτητα. Αντίθετα, μοιάζουν να κουβαλούν πάνω τους όλο το βάρος αυτής της ενδιάμεσης κατάστασης: τις τριβές, τις ασυμμετρίες, αλλά και την κόπωση που γεννά η συνεχής μετακίνηση.
Και ίσως εκεί βρίσκεται ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου: στο ότι μας δείχνει πως η μετακίνηση και η συνύπαρξη δεν οδηγούν αναγκαστικά σε σύνδεση, συμφιλίωση ή αμοιβαία κατανόηση. Μπορεί να οδηγούν και σε κάτι πολύ πιο αβέβαιο — σε μια αίσθηση εκκρεμότητας, σε μοναξιά, σε δυσκολία να ενταχθείς πραγματικά κάπου.
Στο δικό της σχόλιο, η Τζένη Λιαλιούτη, μίλησε για τη σχέση μνήμης και ιστορίας όπως αναδεικνύεται στο βιβλίο, παρατηρώντας πως οι ήρωες επιλέγουν τη λήθη ως μηχανισμό επιβίωσης, επιλογή όμως που έχει σημαντικό τίμημα για τους ίδιους. Όψεις αυτής της επιλογής είναι η διάρρηξη δεσμών, η δυσκολία σύναψης σχέσεων, αλλά και η δυσκολία νοηματοδότησης της ταυτότητας και της ατομικής βιογραφίας. Τέλος, παρέπεμψε, στο έργο του David Lowenthal, The Past is a Foreign Country (Cambridge University Press), όσον αφορά τη σχέση που αναπτύσσουν οι χαρακτήρες του βιβλίου με το παρελθόν τους.

