Γράφει ο Αντώνης Μεταξάς, Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εφημερίδα «Πανεπιστήμιο Αθηνών», Φύλλο 9, κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» 27 Σεπτεμβρίου 2026.
H Κοινή Αμυντική Συμφωνία της Μέκκας, η οποία υπεγράφη στις 7 Αυγούστου 2026 από τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν, έχει τύχει μάλλον αναντίστοιχης της σημασίας της προσοχής στην εγχώρια δημόσια σφαίρα. Εκτός του στρατιωτικού της σκέλους, η εν λόγω Συμφωνία έχει κρίσιμες προεκτάσεις και στον ενεργειακό τομέα: αν και αποτελεί κατ’ αρχήν συλλογική στρατιωτική αμυντική και όχι ενεργειακή συμφωνία, έχει σημαντικές άμεσες συνέπειες για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, διότι συνδέει την περιφερειακή ασφάλεια της Μέσης Ανατολής με τον έλεγχο ενεργειακών υποδομών, θαλάσσιων οδών και διαδρόμων μεταφοράς ενέργειας προς την Ευρώπη. Η εξέλιξη αυτή θέτει υπό αμφισβήτηση την επάρκεια παραδοσιακών στενών αντιλήψεων για την ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ και καθιστά αναγκαία τη στενότερη διασύνδεση της ενεργειακής, εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της Ενωσης.
Η Σαουδική Αραβία είναι εκ των μεγαλυτέρων παραγωγών πετρελαίου και εν γένει σημαντικός παράγοντας στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Η Τουρκία έχει στρατηγική γεωγραφική θέση ευρισκόμενη πάνω σε βασικούς άξονες μεταφοράς ενέργειας μεταξύ Μέσης Ανατολής, Καυκάσου, Κασπίας και Ευρώπης. Η τριμερής αυτή αρχιτεκτονική αναδεικνύει την άμεση συσχέτιση μεταξύ στρατιωτικής ασφάλειας, ενέργειας και μεταφορικών διαδρόμων. Να επισημάνουμε ότι η εν γένει ενεργειακή ασφάλεια δεν συναρτάται μόνο με την καθεαυτή ύπαρξη και επάρκεια ενεργειακών πόρων, αλλά και με την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών και των θαλάσσιων διόδων. Αυτή η συνθετική θεώρηση οφείλει να συνιστά τον γνώμονα χάραξης κάθε σοβαρής ενεργειακής στρατηγικής για την ΕΕ αλλά και για τη χώρα μας: η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα συσχετισμών αγοράς και ζήτησης ή διαφοροποίησης προμηθευτών, αλλά διακύβευμα συνδεόμενο με τη δυνατότητα αποτελεσματικής προστασίας ενεργειακών υποδομών, θαλάσσιων οδών και ενεργειακών διαδρόμων επί του πεδίου. Η διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας είναι αναγκαία αλλά πλέον δεν επαρκεί: απαιτείται μεν διαφοροποίηση ενεργειακών πόρων και προμηθευτών αλλά και διασφάλιση των διαδρόμων μεταφοράς ενέργειας.
Η Συμφωνία της Μέκκας σηματοδοτεί μια σαφή προσπάθεια δημιουργίας επωφελών για αυτές όρων περιφερειακής στρατηγικής αυτονομίας. Η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομική ισχύ και ενεργειακούς πόρους, η Τουρκία στρατιωτική και βιομηχανική ισχύ, ενώ το Πακιστάν προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ και πυρηνική αποτρεπτική ικανότητα. Τούτων δοθέντων, ζητούμενο και για την ΕΕ είναι η προσαρμογή στις νέες συνθήκες μιας αναγκαίας αλλά και εν πολλοίς αναγκαστικής απεξάρτησης από τον «εγγυητικό» ρόλο που οι ΗΠΑ παραδοσιακά διαδραμάτιζαν για τη Δύση. Η Ελλάδα ευρισκόμενη στο σημείο συνάντησης τριών γεωπολιτικών χώρων, Ευρώπη, Ανατολική Μεσόγειος και Μέση Ανατολή, οφείλει να χαράξει και υλοποιήσει και εκείνη μια σοβαρή και συστηματική πολιτική διαμόρφωσης όρων γεωστρατηγικής αλλά και ενεργειακής αυτονομίας δρώντας ως γεωοικονομικός και ενεργειακός σύνδεσμος μεταξύ Μέσης Ανατολής και ΕΕ.