* Συνέντευξη στον Καθηγητή Αριστείδη Σάμιτα, Αντιπρύτανη Οικονομικών και Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εφημερίδα «Πανεπιστήμιο Αθηνών», Φύλλο 3, κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» 30 Μαρτίου 2025
Oι νέες γεωπολιτικές ανατροπές και η επαναχάραξη πολιτικών και οικονομικών «συνόρων» σε ολόκληρη την υφήλιο ανησυχούν ιδιαιτέρως τον Νομπελίστα Καθηγητή Οικονομικών σερ Χριστόφορο Πισσαρίδη που ωστόσο θυμίζει ότι η μόνη οδός προόδου για την Ελλάδα αλλά και την ΕΕ είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας αλλά και η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών βασισμένων στη ρομποτική και την τεχνητή νοημοσύνη.
Ειδικά για τη χώρα μας, λέει ότι πρέπει να εκσυγχρονίσει τη βιομηχανία της, καθώς το δημόσιο χρέος της δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα και προτείνει τη σταδιακή απεξάρτηση από τον τουρισμό.
Ο Χριστόφορος Πισσαρίδης μάς μίλησε λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, όπου και θα αναγορευθεί στις 7 Απριλίου Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών και του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ανησυχείτε για τις γεωπολιτικές εξελίξεις της περιόδου, τη νέα εποχή στις ΗΠΑ και τις διαφαινόμενες σχέσεις της με την ΕΕ;
«Είμαι πολύ ανήσυχος για τη νέα γεωπολιτική του Ντόναλντ Τράμπ και του Ίλον Μασκ. Από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχαμε μια γεωπολιτική τάξη που μας εξυπηρέτησε καλά. Αυτή κλονίστηκε με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και με την άνοδο της Κίνας ως μεγάλης δύναμης, αλλά προσαρμοστήκαμε σε αυτές τις τεράστιες αλλαγές χάρη στη συνεργασία μεταξύ των ΗΠΑ, της Ευρώπης και των συμμάχων τους. Οι ΗΠΑ έπαιξαν τον ηγετικό ρόλο στην προσαρμογή σε αυτές τις αλλαγές.
Τώρα ο Τραμπ καταστρέφει όλα αυτά και φαίνεται να το κάνει αγνοώντας τις πολιτικές και ιστορικές συνδέσεις και δίνοντας περισσότερη έμφαση στις επιχειρηματικές σχέσεις. Είναι ο στόχος μας στην επόμενη φάση της παγκόσμιας τάξης να κάνουμε την Αμερική πλουσιότερη και τον υπόλοιπο κόσμο φτωχότερο, αλλιώς απειλούμαστε με την ίδια μας την ύπαρξη ως ελεύθερες χώρες;
Μέχρι στιγμής, ο Τραμπ φαίνεται να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση· αν πετύχει, θα γυρίσει τον πολιτισμό, όπως τον γνωρίζουμε, προς τα πίσω».
Ποιες όμως πρέπει να είναι οι προτεραιότητες για την ΕΕ σήμερα; Πώς θα φτιαχτούν ξανά γερά οικονομικά-κοινωνικά-πολιτικά θεμέλια στη Γηραιά Ηπειρο σε περίοδο δύσκολων διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των χώρων της και έλλειψης συνολικού αφηγήματος ή στρατηγικής κατεύθυνσης για τις χώρες της;
«Ο μόνος δρόμος προς τα εμπρός για την ΕΕ είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας και η πορεία προς μια συμπεριληπτική ανάπτυξη. Και ο μόνος τρόπος να το επιτύχουμε αυτό είναι μέσω της υιοθέτησης νέων τεχνολογιών βασισμένων στη ρομποτική και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η Ευρώπη έχει παραδώσει την πρωτοβουλία στους Αμερικανούς όσον αφορά τις νέες τεχνολογίες, ενώ τώρα και οι Κινέζοι κάνουν δυναμική είσοδο στον χώρο. Όλες οι μεγάλες ψηφιακές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη είναι αμερικανικές. Δεν θα αντικαταστήσουμε τις εδραιωμένες εταιρείες όπως η Google και η Apple, αλλά μπορούμε να αξιοποιήσουμε τις τεχνολογίες τους και να τις προσαρμόσουμε στη βιομηχανία της Ευρώπης.
Με τον εκσυγχρονισμό της βιομηχανίας μας και την αναβάθμιση των υπηρεσιών μας, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, μπορούμε να επιτύχουμε αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία θα αποφέρει τα απαραίτητα έσοδα για την επίτευξη των υπόλοιπων στόχων μας».
Η Ελλάδα έχει ξεπεράσει τα προβλήματα οικονομικής αποσταθεροποίησης του παρελθόντος; Πώς κινούνται τα θέματα δημοσίου χρέους και σε ποιες πολιτικές πρέπει να επενδύσει για να χαράξει σταθερή τροχιά ανάπτυξης;
«Όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, η Ελλάδα πρέπει να εκσυγχρονίσει τη βιομηχανία της. Το δημόσιο χρέος δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα, καθώς οι διεθνείς αγορές αντιμετωπίζουν θετικά τη δυναμική του πορεία. Η προσοχή πρέπει να στραφεί στην ανάπτυξη μιας σύγχρονης βιομηχανίας και υπηρεσιών, ξεκινώντας με τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα και τη σταδιακή απεξάρτηση από τον τουρισμό.
Ο τουρισμός δεν μπορεί ποτέ να είναι ηγετικός κλάδος στην τεχνολογική επανάσταση. Αντιθέτως, είναι ένας τομέας που απορροφά μεγάλο εργατικό δυναμικό, το οποίο θα μπορούσε να απασχοληθεί σε πιο παραγωγικές δραστηριότητες. Επιπλέον, ο τουρισμός επιβαρύνει το περιβάλλον.
Αν και η υψηλού επιπέδου φιλοξενία πρέπει να αποτελεί μέρος του ελληνικού αναπτυξιακού προγράμματος, η έμφαση πρέπει να δοθεί στις ψηφιακές τεχνολογίες. Η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίζει ολόκληρη την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ως τη δική της τοπική αγορά και να μην περιορίζεται μόνο στη μικρή ελληνική αγορά».
Τι σας φοβίζει πιο πολύ σήμερα;
«Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι ότι δεν θα καταφέρουμε να ελέγξουμε την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, διασφαλίζοντας ότι εξελίσσεται με ανθρωποκεντρικό τρόπο, και τελικά θα τη χρησιμοποιήσουμε για πολιτικούς σκοπούς ως όπλο πολέμου».
Η τεχνητή νοημοσύνη θεωρείται ένας από τους πιο μετασχηματιστικούς παράγοντες της εποχής μας. Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η οικονομία της εργασίας λόγω της διάδοσης της ΑΙ, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα;
«Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) φέρνει σημαντικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα των θέσεων εργασίας, ακόμα και στις υψηλόβαθμες και πιο εξειδικευμένες. Ενώ ορισμένες θέσεις κινδυνεύουν να εξαφανιστούν ή να περιοριστούν, η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η αγορά εργασίας δεν είναι η απώλεια θέσεων, αλλά η μετατόπιση των δεξιοτήτων που απαιτούνται για να παραμείνει κάποιος ανταγωνιστικός.
Η ενσωμάτωση της ΤΝ δημιουργεί νέες επαγγελματικές ευκαιρίες, με πολλές θέσεις εργασίας να προκύπτουν στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, οι δεξιότητες που θα απαιτούνται σε αυτές τις θέσεις διαφέρουν σημαντικά από τις παραδοσιακές.
Οι περισσότεροι εργαζόμενοι δεν θα χρειάζεται να αποκτήσουν βαθιές τεχνικές γνώσεις ή να γνωρίζουν πώς αναπτύσσεται ο κώδικας της ΤΝ. Αντίθετα, θα κληθούν να κατανοήσουν και να διαχειριστούν τον τρόπο με τον οποίο η ΤΝ μπορεί να αξιοποιηθεί για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την καλύτερη οργάνωση των καθηκόντων.
Αυτή η νέα πραγματικότητα απαιτεί ένα σύνολο δεξιοτήτων που ξεπερνά τις παραδοσιακές ικανότητες που διέθεταν οι εργαζόμενοι στο παρελθόν. Η ικανότητα για συνεργασία με «έξυπνα» συστήματα, η κριτική σκέψη, η ικανότητα προσαρμογής στις ταχέως εξελισσόμενες τεχνολογίες, η διαχείριση δεδομένων, καθώς και η επικοινωνία των αποτελεσμάτων με τρόπο κατανοητό και στρατηγικά ωφέλιμο, θα αποτελούν τα βασικά προσόντα της νέας εποχής.
Επιπλέον, η συναισθηματική νοημοσύνη και η ικανότητα διαχείρισης αλλαγών θα παραμείνουν κρίσιμα στοιχεία, καθώς οι εργαζόμενοι θα πρέπει να δείξουν ευελιξία και να προσαρμοστούν σε διαρκείς μεταβολές στις διαδικασίες εργασίας».
Η ΑΙ αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντικές αλλαγές στις αγορές εργασίας, με την αυτοματοποίηση να αντικαθιστά ορισμένα επαγγέλματα και να δημιουργεί νέα. Ποιες στρατηγικές θεωρείτε ότι πρέπει να υιοθετήσουν οι κυβερνήσεις και οι εκπαιδευτικοί φορείς για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων;
«Για να ανταποκριθούμε στις ταχύτατες αλλαγές που επιφέρει η σύγχρονη τεχνολογική και οικονομική πραγματικότητα, απαιτούνται στοχευμένες μεταρρυθμίσεις τόσο στο σχολικό πρόγραμμα σπουδών όσο και στην επαγγελματική κατάρτιση εντός των επιχειρήσεων. Η εκπαίδευση πρέπει να μετατραπεί σε έναν δυναμικό θεσμό, που θα προετοιμάζει τους μαθητές και μελλοντικούς εργαζόμενους για τη συνεχή μάθηση και προσαρμογή στις νέες προκλήσεις.
Μια γενική εκπαίδευση υψηλής ποιότητας, που εστιάζει στην ανάπτυξη δεξιοτήτων κριτικής σκέψης, επίλυσης προβλημάτων και δημιουργικότητας, θα πρέπει να αποτελεί τη βάση. Παράλληλα, η ενίσχυση των γνωστικών αντικειμένων STEM (Επιστήμη, Τεχνολογία, Μηχανική, Μαθηματικά), με έμφαση στα μαθηματικά και την πληροφορική, είναι απαραίτητη για την προετοιμασία των νέων για έναν κόσμο που κυριαρχείται από την τεχνολογία.
Μόλις το άτομο εισέλθει στην αγορά εργασίας, η ευθύνη της περαιτέρω κατάρτισής του θα πρέπει να μεταβιβάζεται στις επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, οι εταιρείες μπορούν να θεσπίσουν πολιτικές που επιτρέπουν την αφιέρωση συγκεκριμένων ωρών κάθε χρόνο – τουλάχιστον 70 ώρες – για την απόκτηση νέων γνώσεων και δεξιοτήτων μέσω της συμμετοχής σε διαδικτυακά μαθήματα, σεμινάρια και πλατφόρμες εκμάθησης. Η χρήση ενδοδικτύων και εσωτερικών εκπαιδευτικών εργαλείων επιτρέπει την εξατομικευμένη μάθηση, η οποία προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε εργαζομένου.
Αυτή η μορφή εκπαίδευσης έχει διπλό όφελος: από τη μία πλευρά, οι εργαζόμενοι βελτιώνουν τις δεξιότητές τους και παραμένουν παραγωγικοί, ενώ από την άλλη, οι επιχειρήσεις αποκτούν ένα εξειδικευμένο και ευέλικτο προσωπικό που μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς».
Πολλές εταιρείες βλέπουν την τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλείο αύξησης της παραγωγικότητας και μείωσης του κόστους. Πώς πιστεύετε ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να διασφαλίσουν ότι η ενσωμάτωση της ΑΙ θα γίνει με τρόπο που να ενισχύει την κοινωνική συνοχή και να αποφεύγει την αύξηση των ανισοτήτων;
«Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών σε μια επιχείρηση είναι η υιοθέτηση μιας συνεργατικής προσέγγισης, η οποία προάγει την επικοινωνία σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας. Οι εργαζόμενοι κατέχουν πολύτιμες γνώσεις σχετικά με τη φύση της εργασίας τους και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε καθημερινή βάση.
Αν τους δοθεί η ευκαιρία να συμμετάσχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στον σχεδιασμό στρατηγικών αλλαγών, μπορούν να προσφέρουν προτάσεις που είναι ρεαλιστικές, εφαρμόσιμες και καινοτόμες. Αυτή η εμπλοκή δεν συμβάλλει μόνο στην καλύτερη υιοθέτηση της τεχνολογίας αλλά και στην καλλιέργεια μιας κουλτούρας συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού. Η ευημερία τους στην εργασία θα βελτιωθεί, θα είναι περήφανοι που εργάζονται σε μια εταιρεία που τους αντιμετωπίζει ως ανθρώπους με αξιοπρέπεια και θα γίνουν και οι ίδιοι πιο παραγωγικοί.
Όταν οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι η γνώμη τους έχει αξία και ότι συμβάλλουν ενεργά στο μέλλον της εταιρείας, ενισχύεται η δέσμευσή τους. Αυτό οδηγεί σε υψηλότερα επίπεδα εργασιακής ικανοποίησης και προσωπικής υπερηφάνειας, στοιχεία που αποτελούν θεμέλιο για τη διαμόρφωση ενός παραγωγικού και δημιουργικού εργασιακού περιβάλλοντος. Αν, αντίθετα, οι απόψεις και οι προβληματισμοί των εργαζομένων αγνοηθούν, θα καταλήξουμε με ένα δυσαρεστημένο εργατικό δυναμικό και με αυξημένες ανισότητες σε ολόκληρη την κοινωνία».