Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Συμμετοχή της Καθηγήτριας του ΕΚΠΑ, Γ. Γιαννουλοπούλου, στην 42η Συνάντηση του Τομέα Γλωσσολογίας του Φιλολογικού Τμήματος του ΑΠΘ (5-8/5/2022)

Η Καθηγήτρια Γλωσσολογίας του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Γιαννούλα Γιαννουλοπούλου, συμμετείχε στην 42η Συνάντηση του Τομέα Γλωσσολογίας του Φιλολογικού Τμήματος του ΑΠΘ (5-8/5/2022) με ανακοίνωση με θέμα: “Σύνθεση της νέας ελληνικής: μια διαδικασία σχηματισμού λέξεων με κοινωνιογλωσσικά χαρακτηριστικά”.

Η ανακοίνωση αποτελεί τμήμα της γενικότερης έρευνάς της Καθηγήτριας για τη σύνθεση ως μορφολογικής διαδικασίας με κοινωνιογλωσσικά χαρακτηριστικά σε διαγλωσσικό επίπεδο, με έμφαση στην ελληνική και την ιταλική γλώσσα, τις οποίες μελετά αντιπαραβολικά.

Συγκεκριμένα, η Καθηγήτρια διερεύνησε και παρουσίασε:

Α) Τον κεντρικό ρόλο της διάκρισης λόγιο / λαϊκό ως ρυθμιστή όχι μόνο λεξικών επιλογών, αλλά και προτύπων σύνθεσης λέξεων στη νέα ελληνική.

Β) Τη θέση ότι τα κοινωνιογλωσσικά χαρακτηριστικά στο συνδυασμό ιστορικότητας και χρήσης της γλώσσας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ολοκληρωμένη μελέτη της σύνθεσης των λέξεων.

Γ) Το γεγονός ότι η σύνθεση λέξεων είναι μια μορφολογική διαδικασία διαρκώς παρούσα στη διαχρονία της ελληνικής, με τα παλαιά πρότυπα σύνθεσης να διατηρούνται σε μεγάλο βαθμό και νέα πρότυπα σύνθεσης να αναδύονται κατά τη μεσαιωνική ελληνική. Ιδιαίτερα, κατά τη μεσαιωνική ελληνική η πορεία του γλωσσικού συστήματος προς αυξημένη αναλυτικότητα και παρατακτικές δομές ώθησε την δημιουργία παρατακτικών συνθέτων, π.χ. καρυδοκουκουνάρια, πηγαινοέρχομαι.

Δ) Την ιδιαίτερη επίδοση των νέων τύπων συνθέτων στις διαλέκτους, ειδικά μετά τον 10ο αιώνα, π.χ.  π.χ. βαρκοκάικα (Νάξος), βοϊδάλογα (Ήπειρος), λυροντάουλα (Κρήτη). 

Ε) Την οξεία κριτική του αττικισμού αλλά και του νεότερου καθαρευουσιανισμού έναντι των νέων προτύπων σύνθεσης.  Όπως περιγράφει ο Ανδριώτης (1956: 7): «Φυσικά οι αττικιστές γραμματικοί, καθώς αποτρέπουν γενικά από τη χρήση ρημάτων σύνθετων με άλλο μέρος του λόγου εκτός από πρόθεση, έτσι δεν εγκρίνουν και τη χρήση αντικειμενικών σύνθετων ρημάτων και συνιστούν την αντίστοιχη αναλυτική έκφραση. […] Και ο νεοελληνικός ακόμη αρχαϊσμός δεν ενόμισε πώς είναι πια καιρός να σεβαστή τη γλωσσική μας ιστορία. Ο Κ. Κόντος πραγματευόμενος τα αντίθετα προς τον κανόνα του Scaliger σύνθετα ρήματα της καθαρεύουσας, γράφει ότι ‘πάντα ταύτα ανελλήνιστα όντα οφείλομεν ισχυρώς να αποδοκιμάζωμεν’».

Στ) Τα πρότυπα σύνθεσης που δέχονται την καθαριστική κριτική: τα παρατακτικά Ο + Οà Ο, (pluralia dvanda), π.χ. βαρκοκάικα (Νάξος), και τα αντικειμενικά σύνθετα ρήματα Ο + Ρà Ρ, π.χ. διαμονο-γυρεύ(γ)ω (Λίβιστρ. Ε 2791).

Ζ) Την ιδιαίτερη θέση του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ο οποίος χρησιμοποιούσε τέτοια σύνθετα, π.χ. γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση, διπλογλωσσία, διπλοτυπία, ξενόγλωσσοι, ξενόφωνοι, η παμπάλαιη βαθιοριζωμένη παράδοση του αρχαϊσμού / διπλές και δυσκολοεφάρμοστες αρχές του μεγάλου Κοραή, το παλιό γλωσσικό καθεστώς είναι καλοθεμελιωμένο.

Η) Την άποψη ότι οι αναλύσεις που ανάγουν τη σημασία του συνθέτου μόνο στην υποκείμενη συντακτική σχέση των συνθετικών αποτυγχάνουν να συλλάβουν το σημασιολογικό, πραγματολογικό και κοινωνικό νόημα που ενεργοποιείται κατά τη σύνθεση. Π.χ. στα μεταφορικά ανοιχτομάτης, καραβοτσακίζομαι, στραβοκοιτάζω, στρογγυλοκάθομαι, ζηλιαρόγατο, τεμπελόσκυλο. Διότι: «Οι λέξεις δεν δημιουργούνται προκειμένου να εξαχθούν οι σημασίες από τα στοιχεία τους και να συγκροτηθεί μια νέα σημασία από αυτά. Η νέα σημασία υπάρχει πρώτα και ο ομιλητής αναζητά τον καλύτερο τρόπο να την εκφράσει χωρίς μεγάλη δυσκολία» (Bolinger 1975). Θ) Επομένως, αυτό που «ενοχλεί» τους καθαρευουσιάνους στα νεοελληνικά/λαϊκά πρότυπα σύνθεσης είναι κυρίως οι σημασίες / τα κοινωνικά νοήματα που διακρίνονται στα πρότυπα αυτά, ο «κρυμμένος παράγοντας» (the hidden factor). Συγκεκριμένα πρότυπα σύνθεσης λέξεων που αναδύονται κατά τον Μεσαίωνα και επιδίδουν στους επόμενους αιώνες είναι σημαδεμένα ως λαϊκά / νεοελληνικά και υπ’ αυτή τους τη διάσταση δέχονται την κριτική του καθαρευουσιανισμού. Ανεξάρτητα από τον περιορισμό τους πλέον σε συγκεκριμένα επίπεδα λόγου και κειμενικά είδη, η μελέτη τους αναδεικνύει την αναγκαιότητα για μορφολογική ανάλυση σημασιολογικά, πραγματολογικά και κοινωνιογλωσσικά ενημερωμένη. Όπως στη μελέτη των υποκοριστικών συμβάλλει η μορφοπραγματολογία, όπως ο Bauer (1979) επισημαίνει την αναγκαιότητα της πραγματολογίας για τη μελέτη της σύνθεσης, έτσι και η νεοελληνική σύνθεση αποδεικνύει ότι η ολοκληρωμένη μελέτη της απαιτεί τον συνυπολογισμό του κοινωνιογλωσσικού παράγοντα. Εν τέλει, η μελέτη συμβάλλει στη θεώρηση της γλώσσας ως ενός πολύπλοκου φαινομένου, στο οποίο τα συστημικά χαρακτηριστικά και η γλωσσική χρήση βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση, ενώ οι ομιλητές δεν είναι ένα αδιαφοροποίητο «όλο», αλλά παράγουν κοινωνικά νοήματα μέσω συστημικών επιλογών και επιδιώκουν αφενός την γενίκευση, αφετέρου την δήλωση των κοινωνικών τους ταυτοτήτων.

Βιβλιογραφικές αναφορές:
Ανδριώτης, Ν. 1956. Συμβολή στη νεοελληνική σύνθεση. Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Bauer, L. 1979. On the need for pragmatics in the study of Nominal Compounding. Journal of Pragmatics 3: 45-50.
Bolinger, D. 1975. Aspects of Language. New York: Jovanovich.

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος