Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Η Έρευνα είναι η πιο σημαντική, εάν όχι η μόνη, πηγή καινοτομίας και η Ελλάδα, ως μικρή χώρα, δεν έχει άλλη επιλογή παρά να επενδύσει σημαντικά στην Έρευνα εφόσον θέλουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί στον 21ο αιώνα.

Διαχρονικά η Έρευνα στην Ελλάδα αντιμετώπιζε διάφορα κακώς κείμενα, με αποτέλεσμα στην ουσία να μην είμαστε σε θέση να ανταγωνιστούμε σε διεθνές επίπεδο. Κατά κανόνα, είμαστε σε μερικά πεδία καλοί επιβάτες αλλά όχι οδηγοί. Αυτό πρέπει να αλλάξει, γιατί πλέον η Έρευνα δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα. Επένδυση στην έρευνα σημαίνει επένδυση σε ποιοτική εκπαίδευση που να δίνει τη δυνατότητα στα Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα να ανέλθουν στο ύψος που μπορούν, αλλά και που πρέπει να φτάσουν, για να γίνουμε μια υπολογίσιμη δύναμη στο διεθνή χώρο. H έρευνα αιχμής και ποιότητας είναι μια πηγή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και, εν τέλει, κερδοφόρου επιχειρείν, με δημιουργία θέσεων ποιότητας που να δρουν σαν τροχοπέδη στο καταστροφικό, brain drain που βιώσαμε τα τελευταία χρόνια.

Είναι λάθος να θεωρήσουμε απλά ότι το μόνο που χρειάζεται η Έρευνα για να αναβαθμιστεί στη διεθνή αρένα είναι μόνο ποσοτικά περισσότερη χρηματοδότηση. Αλλά σε ένα κράτος με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες αυτό δεν είναι το πιο μεγάλο πρόβλημα. Το κεντρικό θέμα είναι η έλλειψη εθνικού στρατηγικού προγράμματος έρευνας σχεδιασμένου από επιστήμονες κύρους, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψιν τις οικονομικές δυνατότητες και τις ανάγκες του τόπου.  Η ουσιαστική ανυπαρξία της έρευνας στον κρατικό προϋπολογισμό (πέρα από την κάλυψη λειτουργικών δαπανών και μισθολογικού κόστους), η έλλειψη προγράμματος μακριά από πρόσκαιρες πολιτικές σκοπιμότητες και ενός οργάνου που να συντονίζει και να εκτελεί το στρατηγικό πρόγραμμα, αποτελούν το βασικό εμπόδιο για μια ουσιαστική πρόοδο.

Βρισκόμαστε ετούτη τη στιγμή όμως σε ένα πνευματικό και οικονομικό κομβικό σημείο που δεν αφήνει περιθώρια για τον τόπο και απαιτεί αναβάθμιση της ελληνικής έρευνας. Η Ελλάδα πρέπει να ανταγωνιστεί ουσιαστικά στα πεδία όπου έχουμε τις βάσεις να αναπτύξουμε μια σημαντική Ερευνητική παρουσία στο διεθνή χώρο. Έτσι μόνον θα μπορέσουμε να  εκμεταλλευτούμε εφαρμογές για να αναπτύξουμε ένα «έξυπνο» επιχειρείν βασισμένο σε καινοτόμες ιδέες που πηγάζουν από την έρευνα. Το μέλλον βασίζεται  στην επιστημονική έρευνα (science-based innovation), στην «Οικονομία της Γνώσης». Η προϋπόθεση για μια διεθνώς ανταγωνιστική καινοτομία στον τόπο μας, είναι πραγματικά μια και μοναδική: η άριστη ποιότητα της βασικής μας Ερευνας.

Γενικά, η Έρευνα  στις φυσικές επιστήμες, στην ιατρική, στις τεχνολογίες όπως π.χ. Υπολογιστές, Ρομποτική κλπ. αλλά και στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, προωθούν τον πολιτισμό και το κοινό καλό με το να βοηθούν την οικονομία, την υγεία, την άμυνα, να αναβαθμίζουν την ποιότητα της ζωής και να προστατεύουν το περιβάλλον.  Άρα, η Έρευνα πρέπει να αποτελεί ένα κεντρικό πυρήνα στο κρατικό πρόγραμμα και τον προϋπολογισμό και να υπάρχει ένας  δημιουργικός διάλογος μεταξύ πολιτικών, επιστημόνων και του κοινού, έτσι ώστε η κοινωνία να ωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. 

Για πρακτικούς λόγους αλλά και λόγους πνευματικούς και προβολής είναι σημαντικό η Ελλάδα να διαπρέπει, ιδιαίτερα σε πεδία όπου ήδη υπάρχει μια βάση που μπορεί να καλλιεργηθεί.  Αυτό ισχύει όχι μόνο για τις φυσικές αλλά και για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, και ξέρουμε ότι υπάρχουν σοβαροί πυρήνες πραγματικής αριστείας και στα δυο. Σημειωτέον  ότι η Ελλάδα θα πρέπει και μπορεί να είναι φάρος  στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, παρόλο που η σύνδεση αυτών των επιστημών με αυτό καθαυτό το επιχειρείν και την καινοτομία δεν είναι άμεση.  Έμμεσα όμως έχουν τεράστια σημασία και για τη μόρφωση και την εκπαίδευση, αλλά και για την προβολή της Ελλάδας

Η Έρευνα στην Ελλάδα

Εν συντομία,  τέσσερα είναι κατά την γνώμη μας βασικά προβλήματα της Ελληνικής Ερευνας που όλα ίσως καταλήγουν στην έλλειψη μιας εθνικής ερευνητικής στρατηγικής.

Πρώτον:   Η παροχή χρημάτων γίνεται χωρίς στρατηγικό εθνικό σχέδιο και συχνότατα χωρίς αξιοκρατικά  κριτήρια, ερήμην συμβουλής από ανεξάρτητους επιστήμονες διεθνούς κύρους, με ερευνητική πείρα και επιστημονική  βαρύτητα.

Δεύτερον: Υπάρχει έλλειψη σταθερής και προβλέψιμης ροής χρηματοδότησης.

Τρίτον:  Οι λίγες  και, κατά κανόνα, περιορισμένες πηγές χρηματοδότησης είναι κατακερματισμένες (Διάφορα Υπουργεία εκτός Ανάπτυξης και Παιδείας, ΕΛΙΔΕΚ,  ΕΣΠΑ κ.ά.) με σχεδόν απόλυτη  έλλειψη συγχρονισμού μεταξύ τους.

και Τέταρτον:  Η γραφειοκρατία που επικρατεί σε όλα τα επίπεδα είναι συντριπτική και συν τοις άλλοις αυτήν τη στιγμή υπάρχει ένας καθαρά διοικητικός, άνευ ουσίας διαχωρισμός της έρευνας στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα. Πολλοί διοικητικοί κανόνες διαφέρουν, παρόλο που είναι προφανές ότι η έρευνα και οι ερευνητές δεν διαφέρουν σε τίποτα ουσιαστικό. Ο διαχωρισμός δε αυτός εμποδίζει αντί να ενθαρρύνει συνέργειες στον χώρο της έρευνας.  Συνέργειες μάλιστα στην Ελλάδα που έχει περιορισμένες δυνατότητες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες∙ απαραίτητες θα υποστηρίζαμε.

Γραφειοκρατία

Μέγιστο εμπόδιο για την έρευνα σήμερα στα Πανεπιστήμια και στα Ερευνητικά Κέντρα, μεγαλύτερο ακόμα και από την πτωχή χρηματοδότηση, είναι, κατά γενική ομολογία, η εξουθενωτική γραφειοκρατία. Οι υπάρχουσες διατάξεις, κανονισμοί και νόμοι μεταφράζονται σε  ιδιαίτερα χρονοβόρες διαδικασίες που δεν αφήνουν τα περιθώρια που είναι απαραίτητα για διεξαχθεί έρευνα στη στάθμη που πρέπει, υπογραμμίζοντας έναν σημαντικότατο λόγο που η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί ερευνητικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Αντιμετωπίζουμε γραφειοκρατικές διαδικασίες που προφανώς επινοήθηκαν  από μονάδες που δεν είχαν την απαιτούμενη  γνώση της υφής και της πρακτικής της έρευνας, φτιάχνοντας μοναδικούς για τα ευρωπαϊκά, εάν όχι και παγκόσμια,  ερευνητικά χρονικά κανόνες, εμποδίζοντας ουσιαστικά την  αναβάθμιση της έρευνας.  Ίσως, ακόμα χειροτέρα, είναι ένας παράγοντας για το καταστροφικό brain drain.

Υπάρχουν πάρα πολλά που πρέπει να διορθωθούν αλλά πιστεύουμε ότι εάν καταργηθούν μερικές διατάξεις-κλειδιά, οι οποίες πραγματικά υποσκάπτουν τις ερευνητικές δραστηριότητες, θα λύσουμε πολλά προβλήματα. Ένα ιδιαίτερα οδυνηρό και με τεράστια επακόλουθα παράδειγμα,  είναι η δέσμευση Πανεπιστημίων και Ερευνητικών κέντρων από το Δημόσιο Λογιστικό με κανόνες ασυμβίβαστους με τον τρόπο που πρέπει να γίνεται η Ερευνα σήμερα.  Αντιλαμβανόμαστε βέβαια ότι αυτό είναι κάτι ριζοσπαστικό που δεν είναι εύκολο να εφαρμοστεί, όσο και απαραίτητο κι αν είναι.

Στρατηγική Χρηματοδότησης

Η λήψη σωστών αποφάσεων ως προς το ποια είναι τα πιο σημαντικά πεδία έρευνας, πού χρειάζονται μεγαλύτερη υποστήριξη και το πως πρέπει να μοιραστούν υπάρχοντα κονδύλια,  είναι μια συνθέτη και πολυπαραμετρική  διεργασία. Τέτοιου είδους στρατηγικές κατευθύνσεις πρέπει να βασίζονται στην γνώμη εκείνων που γνωρίζουν και ασκούν αναγνωρισμένα έρευνα ποιότητας και όχι σε διοικητικές και γραφειοκρατικές θεωρήσεις. Η πολιτική έρευνας στην Ελλάδα, όπως και η χρηματοδότηση, είναι εμφανώς κατακερματισμένη. Υπογραμμίζουμε δε πως τα ζητήματα έρευνας και καινοτομίας διαπερνούν το σύνολο των αρμοδιοτήτων πολλών υπουργείων. Ενδεικτικά μοιράζεται:

1. Στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων, όπου η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας έχει στην αρμοδιότητά της τα Ερευνητικά Κέντρα, τις επιχειρήσεις που επενδύουν στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D), το ΕΛΙΔΕΚ και προσφάτως το οικοσύστημα καινοτομίας, που εστιάζει στις νεοφυείς επιχειρήσεις και spin off “Elevate Greece”, 

2. Στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων, όπου η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας έχει τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (πατέντες και διπλώματα ευρεσιτεχνίας), 

3. Στο Υπουργείο Παιδείας, που εποπτεύει την τριτοβάθμια εκπαίδευση και συνεπώς όλη την  ερευνητική δραστηριότητα των Πανεπιστημίων, η οποία, είναι αξιοσημείωτο ότι δεν διαφέρει σε απολύτως τίποτα από την υφή και πρακτική της  έρευνας των ερευνητικών κέντρων,

4. Στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, όπου υπάγεται ο ΕΛΓΟ-Δήμητρα,

5. Στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπου εντάσσεται το Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ)

6. Στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, όπου  υπάγεται το ΕΚΤ.

7. Στο Υπουργείο Υγείας

Είναι σχεδόν αυτονόητο ότι μεσα σε ένα πλαίσιο που εν τέλει υπάρχουν λίγα χρήματα για έρευνα, είναι κρίσιμο να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να συγκεντρωθούν και να μοιραστούν ορθολογικά, τα έστω λίγα,  διαθέσιμα κεφάλαια για την Ερευνα. Βέβαια, ένας συγχρονισμός που θα συμπεριλαμβάνει όλα αυτά τα διαφορετικά κέντρα είναι πολιτικά δύσκολος. Είναι όμως απαραίτητο, να εξασφαλίσουμε ότι υπάρχει ο σωστός «μηχανισμός», έτσι ώστε η χρηματοδότηση να γίνεται με σοφό τρόπο, λαμβάνοντας υπόψιν τις σύγχρονες εξελίξεις της επιστήμης και να μην σπαταλούνται πόροι. Βεβαίως η όποια χρηματοδότηση πρέπει να βασίζεται σε αυστηρή αξιολόγηση από καταξιωμένους επιστήμονες/επαγγελματίες.

Ένας Εθνικός Οργανισμός Έρευνας (ΕΟΕ)

Η Ελλάδα, εν αντιθέσει με όλα τα προηγμένα κράτη δεν έχει ένα κεντρικό όργανο το οποίο να χαράσσει επιστημονική / ερευνητική στρατηγική και να είναι σε θέση να μοιράζει ερευνητικά κονδύλια. Η έλλειψη ενός παρεμφερούς οργανισμού και μιας ορθολογικής, σταθερής κρατικής συμμετοχής στην έρευνα έχει εν τέλει ως αποτέλεσμα μια χρηματοδότηση χωρίς συντονισμό, αποσπασματική, αδιαφανή, σπάταλη, όχι αξιοκρατική, που σίγουρα δεν βοηθά την ελληνική έρευνα και την αναβάθμισή της σε διεθνή επίπεδα. Για να προωθήσουμε την Έρευνα σε όλα τα επίπεδα και να εκμεταλλευτούμε  τα οικονομικά, εκπαιδευτικά και κοινωνικά  αγαθά που μας προσφέρει, πρέπει απαραίτητα να δημιουργήσουμε έναν ενιαίο φορέα Έρευνας . Άλλη λύση δεν υπάρχει για να διορθώσουμε σε βάθος χρόνου και σταθερά, τα μακροχρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και να αναβαθμιστεί το ερευνητικό πλαίσιο της χώρας. Σημειωτέον δε ότι η Έρευνα καθ’ αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται  στον κρατικό προϋπολογισμό, πάλι σε αντίθεση με αλλά κράτη, εκτός από την μισθοδοσία ερευνητών και μελων  ΔΕΠ. Ένα Ινστιτούτο με ερευνητές εξαρτάται από εξωτερικά κονδύλια για να κάνει οιαδήποτε Ερευνα. Ερευνητής που δεν μπορεί να πάρει εξωτερική χρηματοδοτηση και δεν κάνει Ερευνα, παίρνει απλά τον μισθό του!!

Προτείνουμε τη δημιουργία ενός Εθνικού Οργανισμου Έρευνας (ΕΟΕ), ο οποίος θα περικλείει αρμοδιότητες από διαφορετικά υπουργεία, θα συγκεντρώνει υπάρχουσες πηγές   χρηματοδότησης και θα είναι υπεύθυνος να χαράσσει μια εθνική στρατηγική έρευνας με προτεραιότητες.  Θα έχει και την ευθύνη συντονισμού, χρηματοδότησης και αξιολόγησης ινστιτούτων και έργων, και θα βοηθά την μεταφραστική έρευνα. Επίσης θα κρίνει και θα επιλέγει βάσει στρατηγικών, οικονομικών και αξιοκρατικών παραμέτρων, τις εκάστοτε «εμβληματικές δράσεις», οι επιλογές των οποίων σήμερα είναι ad hoc και δεν βασίζονται σε εμπεριστατωμένες αξιολογήσεις. Είναι  δε προφανές ότι η «καινοτομία» που βασίζεται σε θέματα διανοητικής ιδιοκτησίας πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με έναν τέτοιο οργανισμό.

Ο ΕΟΕ, λαμβάνοντας υπόψιν την σημερινή πραγματικότητα, θα ηταν ιδανικό να συμπεριλαμβανόταν σε ένα νέο υπουργείο Ερευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομιας. Ο ΕΟΕ θα είναι το όργανο που προσφέρει γνώμη  και θα κατευθύνει την πολιτεία για στρατηγικές κατευθύνσεις, για τη βελτιστοποίηση του ερευνητικού ιστού και την  ποιότητα της έρευνας,  με διαφάνεια και σταθερό γνώμονα την κοινωνία.  Θα θέτει προτεραιότητες για τη δημόσια χρηματοδότηση και θα συντονίζει έτσι ώστε να μην υπάρχει κατακερματισμός και σπατάλη στις χρηματοδοτήσεις έργων, θα αξιολογεί ερευνητικές δραστηριότητες (Ερευνητικά Ινστιτούτα, Κέντρα, Πανεπιστήμια, προγράμματα κλπ.) και θα παρακολουθεί χρηματοδοτούμενα έργα. Θα θέτει προτεραιότητες (top down) για τη δημόσια χρηματοδότηση και θα έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί προγράμματα σε πεδία αιχμής, είτε απευθείας είτε μέσω άλλου φορέα με ειδικές προσκλήσεις για  σχετικά ερευνητικά, ανταγωνιστικά, προγράμματα.

Χρηματοδότηση του ΕΟΕ

Ο απρογραμμάτιστος κατακερματισμός πόρων είναι ένα πρόβλημα που εμποδίζει να δρέψει ο τόπος σωστά τα παράγωγα μιας τόσο σημαντικής δραστηριότητας όπως η Έρευνα.  Αναγνωρίζουμε ότι τα υπάρχοντα κονδύλια που χρηματοδοτούν ερευνητικά προγράμματα στην Ελλάδα είναι περιορισμένα, αλλά εφόσον συγκεντρωθούν και μοιραστούν αξιοκρατικά, συγχρονισμένα, με διαφάνεια, και σύμφωνα με ένα στρατηγικό σχέδιο, θα καλύψουν κατά πολύ υπάρχουσες ανάγκες.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, θεωρούμε κλειδί στην ύπαρξη αυτού του οργανισμού τη συμμετοχή του κράτους στη χρηματοδότηση της Έρευνας μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.   Υποστηρίζουμε ότι η Έρευνα πρέπει να συμπεριληφθεί στον κρατικό προϋπολογισμό, κάτι που ισχύει σε όλα τα  επιστημονικά προηγμένα κράτη, και να υπάρξει μια συγχώνευση υπαρχόντων πόρων.  Το κράτος θα πρέπει σταθερά, κάθε χρόνο, να διαθέτει ένα σοβαρό ποσό για βασική και εφαρμοσμένη (βιομηχανική) έρευνα πάνω από τα πιθανά κονδύλια ΕΣΠΑ η άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα.  Ο ΕΟΕ πρέπει να έχει γνώμη στον καθορισμό ερευνητικών προτεραιοτήτων από πόρους ΕΣΠΑ όπως και για όλα τα αλλα Ευρωπαϊκά προγράμματα.

Πόροι που προτείνουμε να οργανωθούν υπο την αιγίδα του ΕΟΕ:

  1. Το μέρος του Τακτικού προϋπολογισμού και του ΠΔΕ του Υπ. Ανάπτυξης, που κατευθύνεται στην έρευνα
  2. Υπάρχων προϋπολογισμός των ερευνητικών κέντρων που επιδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό από όλα τα υπουργεία
  3. Προϋπολογισμός ΕΛΙΔΕΚ, για τη χρηματοδότηση ανταγωνιστικών προγραμμάτων στα διάφορα επιστημονικά πεδία (Bottom up)
  4. Νέο κονδύλι από τον εθνικό προϋπολογισμό για ερευνητικά έργα μακράς διάρκειας
  5. Προϋπολογισμός ΕΣΠΑ (ή παρόμοιων δράσεων) που αφορά στην έρευνα, (σήμερα ΕΥΔΕ/ΕΤΑΚ καθώς και τα 13 Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα). Σημείωση: αν τα κονδύλια του ΕΣΠΑ δεν μπορούν να υπαχθούν στον ΕΟΕ εξαιτίας των κανονισμών της ΕΕ, τότε ο ΕΟΕ γνωμοδοτεί για την κατανομή τους σε συνεργασία με την ΓΓ ΕΣΠΑ.
  6. Προϋπολογισμός όλων των στρατηγικών/εμβληματικών ερευνητικών δράσεων όλων των Υπουργείων
  7. Διάφορες ευρωπαϊκές πηγές χρηματοδότησης (HORIZON) με εθνικά matching funds
  8. Χορηγίες από επιχειρήσεις και από κοινωφελή ιδρύματα τις οποίες ο ΕOΕ θα καλλιεργήσει (active fund raising) βασισμένος στην αξιοπιστία και την αυστηρά αξιοκρατική χορήγηση  των πόρων.

Βασικές Αρχές Διοίκησης του ΕΟΕ

Ο βασικος πυλώνας διοίκησης του ΕΟΕ είναι ένα Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ),  αποτελούμενο από (10-15) έμπειρους και καταξιωμένους επιστήμονες και προσωπικότητες  μεγάλου κύρους με διοικητική και επιχειρηματική  πείρα.  Δεν νοείται η επιστημονική στρατηγική της χώρας να γινεται ερήμην επιστημόνων με αποδεδειγμένη πείρα και ποιότητα. Η βασική αρχή για την διοίκηση του ΕΟΕ είναι κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από πολιτικές αλλαγές και πολιτικές επιρροές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει έλλειψη λογοδοσίας: είναι προφανές ότι ο ΕΟΕ θα υπόκειται σε ανεξάρτητη ομάδα επίβλεψης υπό την αιγίδα του κράτους.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν πρέπει να ορίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Έχουν θητεία 3-5 χρόνια και επιλέγονται κατ’ αρχήν με την βοήθεια ενός ουδέτερου οργάνου όπως το ΕΣΕΤΕΚ, το European Research Council, η μιας ad hoc επιτροπης που θα καταρτιστεί επί τούτου. Η ανανέωση μελών, των οποίων η θητεία είναι 3-5 χρόνια, γίνεται εν καιρώ από το ΔΣ. Η θητεία των μελών θα λήγει σταδιακά (π.χ. τρία μέλη κάθε έτος). Το ΔΣ εκλέγει κατά βούληση και ανάγκη ένα η περισσοτερα επιστημονικά συμβούλια που υποστηρίζουν τις δραστηριότητες του είτε ad hoc η σε κάποια περισσοτερο μόνιμη  βαση. Ο ΕΟΕ θα σχεδιάζει τη στρατηγική του κάθε χρόνο, με την υποστήριξη επιστημονικού/ών συμβουλίου/ων.

Το ΔΣ είναι υπεύθυνο για την εκλογη ενός Εκτελεστικού Διευθυντή ο οποίος(α) θα πρεπει να προέρχεται από την ερευνητική κοινότητα και να είναι επιστήμων με ευρύτατα και διεθνώς αναγνωρισμένο εργο και κύρος.

Το ΔΣ θα λογοδοτεί κάθε χρόνο (με την συνεργασια του εκτελεστικού διευθυντή) και, εκτάκτως, συχνότερα στον υπεύθυνο κρατικό φορέα (υπουργό η γραφείο πρωθυπουργού).  Η τακτική λειτουργία του ΕΟΕ δεν θα χρειάζεται υπογραφή υπουργού παρά μόνο για την έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού.

Ο ΕΟΕ θα έχει τη διαχείριση/επιτήρηση του προϋπολογισμού των ΕΚ, όλων των υπουργείων και όχι μόνο της ΓΓΕΚ. Ένα βασικό στοιχείο του ΕΟΕ είναι η ενοποίηση της έρευνας και η κατάργηση του διαχωρισμού έρευνας των ΕΚ και των Πανεπιστημίων. Ένα συγγενές θεμα που πρεπει να αντιμετωπιστεί πρακτικά είναι η σχέση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τον ΕΟΕ. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ερευνα.  Δεν είναι τυχαίο ότι τα καλυτέρα Πανεπιστήμια στον κόσμο είναι και τα καλυτέρα κέντρα Ερευνας. Στον ΕΟΕ κατατίθενται και αξιολογούνται, με την πιθανή βοήθεια ειδικών επιστημονικών επιτροπών που διορίζει το ΔΣ, οι εμβληματικές δράσεις που προτείνονται από τα διάφορα υπουργεία. Ο ΕΟΕ γνωμοδοτεί στην κυβέρνηση για χρηματοδότησή τους. Σε περίπτωση χρηματοδότησης, ο ΕΟΕ θα είναι υπεύθυνος για τη δόμησή τους και την κατανομή των χρημάτων.

Ο ΕΟΕ διοικεί και χρηματοδοτεί την πολιτική της διανοητικής ιδιοκτησίας των ΕΚ και των ΑΕΙ με γνώμονα καινοτομία και επιχειρείν . Ενώ η βασική αποστολή του ΕΟΕ είναι η Έρευνα, δεν είναι δυνατόν να μην γειτνιάζει με την καινοτομία. Γι’ αυτόν το λόγο πρέπει να υπάρχει συνεχής και ουσιαστικός διάλογος μεταξύ ΕΟΕ και κρατικών και επαγγελματιών οργάνων που ασχολούνται και υποστηρίζουν γενικά την Καινοτομία.

Εν τέλει, σημαντικός σκοπός του ενός τέτοιου, συγκεντρωτικού, οργανου είναι  να διευκολύνει τον απαραίτητο διάλογο με την πολιτική ηγεσία και την κοινωνία, έτσι ώστε πολιτικές αποφάσεις να λαμβάνουν υπόψη γνώσεις που απορρέουν από την ‘Έρευνα.  Το όργανο αυτό θα αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ επιστήμης και καινοτομίας και της καινοτόμου επιχείρησης που, όπως αναφέρθηκε ήδη,  είναι πλέον ο τρόπος του λειτουργείν τον 21o  αιώνα.

  • Χριστίνα Κουλούρη (Πάντειο Πανεπιστήμιο)
  • Πέτρος Κουμουτσάκος (Harvard Univ. και ΕΤΗ)
  • Άγγελος Χανιώτης (Institute of Αdvanced Studies, Princeton.)
  • Στέφανος Πεσμαζόγλου (Πάντειο Πανεπιστήμιο)
  • Ζωή Λυγερού (Πανεπιστήμιο Πατρών)
  • Σπύρος Αρταβάνης Τσάκωνας (Harvard Univ.)
  • Λευτέρης Οικονόμου (Πανεπιστήμιο Κρήτης και ΙΤΕ)

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος

EN