Skip to content Skip to sidebar Skip to footer
Εξώφυλλο Τόμου

Εκκλησία και Θεία Ευχαριστία στον καιρό της πανδημίας*

Σταύρος Γιαγκάζογλου
Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ

… Η αρχαία λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας για την τέλεση και τον τρόπο μετάληψης της Θείας Ευχαριστίας περιείχε ποικιλία. Η μετάδοση της Θείας Ευχαριστίας δεν ήταν ποτέ ζήτημα δογματικής ακρίβειας ή ομολογιακής ορθότητας. Κλήρος και λαός ελάμβαναν τα τίμια δώρα της Ευχαριστίας χωριστά, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα με τους κληρικούς. Η Ανατολική Εκκλησία οδηγήθηκε στον πρακτικά και ποιμαντικά πρόσφορο τρόπο μετάδοσης μέσω της λαβίδας από τον 11ο ή 12ο αιώνα και εξής. Διάφορες τοπικές Εκκλησίες κατά την περίοδο της τρέχουσας πανδημίας εφάρμοσαν ποικίλες λύσεις εμπνεόμενοι από την αρχαία λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σε σημείωσή του στο έργο του Πηδάλιον αναφέρεται σε ειδικά μέτρα «τάξης και ασφάλειας» που χρειάζεται να λαμβάνονται κατά την πανδημία πανώλης από τους ιερείς, οι οποίοι είναι ανάγκη να χρησιμοποιούν κατάλληλα σκεύη για τη θεία Κοινωνία τα οποία κατόπιν πρέπει να τα απολυμαίνουν με ξύδι.

Στο ευρύ αυτό πνεύμα της λειτουργικής και κανονικής παράδοσης, οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες εφαρμόζουν πλέον διάφορες λειτουργικές πρακτικές. Επειδή, όμως, η Εκκλησία αντιλαμβάνεται ευχαριστιακά ολόκληρη τη ζωή της, η Λειτουργία συνεχίζεται και μετά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας στην ποιμαντική και κοινωνική διακονία της προς τον κόσμο. Η Εκκλησία καθόλη τη μακρά περίοδο της πανδημίας και ιδιαίτερα στις μέρες του Πάσχα και των Χριστουγέννων δεν έπαψε να υποστηρίζει ποιμαντικά τα μέλη της και να προσφέρει γεύματα και αποστολές υλικής βοήθειας κατ’ οίκον και να συνδράμει με ποικίλους τρόπους όσους έχουν ανάγκη.

Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι αντικείμενο ή πράγμα (αντικειμενοποιημένη και σακραμενταλιστική προσέγγιση), αλλά είναι προσωπική σχέση πίστης, αγάπης και ελπίδας με τον Χριστό μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας. Δίχως προσωπική πίστη και άξια συμμετοχή, η ιερότητά της δεν ενέχει αντικειμενικά, θαυματουργικά και αναγκαστικά τη θεία χάρη. Ως πρόγευση των εσχάτων μέσα στον χρόνο, δεν είναι τα ίδια τα έσχατα, αλλά η εικόνα και η πρόγευσή τους με τις παραπάνω προϋποθέσεις πίστης και ζωής, που δεν αφορούν απλώς τα άτομα χωριστά, αλλά μια ολόκληρη κοινότητα, την Εκκλησία. Ενόσω διαρκεί η ιστορία, η Θεία Ευχαριστία εικονίζει και προλαμβάνει τα έσχατα ως γεγονός κοινωνίας, ζωής, διακονίας και προσευχής της κοινότητας της Εκκλησίας. Συνεπώς, η Θεία Ευχαριστία δεν λειτουργεί ατομικά, μαγικά, μηχανικά και σακραμενταλιστικά.

Πέρα από διάφορες ιδεολογικές ακρότητες και κακεντρέχειες, η Εκκλησία στην Ελλάδα αντιμετώπισε την πανδημία αποδεχόμενη τα εκάστοτε υγειονομικά μέτρα, τις υποδείξεις της Πολιτείας και των ειδικών επιστημόνων. Η ένταση της πανδημίας, οι πρωτόγνωρες καταστάσεις και διαδικασίες και κυρίως ο φόβος για την επιθετική και ανεξέλεγκτη εξάπλωση του κορονοϊού εμφάνισαν και ελάχιστες στιγμές έντασης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας. Η όποια ένταση, με νηφάλιο και ώριμο εκατέρωθεν τρόπο έδωσε και πάλι τη θέση της στην αμοιβαία συνεργασία και συναντίληψη…

Ανεξάρτητα από όλα αυτά, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι σε ορισμένα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα δεν τηρήθηκαν σωστά τα υγειονομικά μέτρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να νοσήσουν αλλά και να χάσουν τη ζωή τους κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί. Πολλοί κληρικοί, ακόμη και επίσκοποι, πίεζαν να πραγματοποιήσουν λιτανείες και περιφορές, δηλώνοντας μάλιστα ότι η Εκκλησία βρίσκεται υπό διωγμόν. Συνάμα, σε διάφορα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα εμφανίστηκε η σακραμενταλιστική θεωρία ότι μέσα στους ιερούς ναούς δεν μεταδίδεται ο κορονοϊός και ότι η Θεία Ευχαριστία είναι αποδεδειγμένα και αντικειμενικά το εμβόλιο κατά του βιολογικού θανάτου. Οι προσεγγίσεις αυτές δεν απέχουν ενίοτε από το να αποτελούν ένα είδος θεοδικίας ή απλώς πειρασμικές αντιλήψεις περί ευχαριστιακού θαύματος κατά απολύτως αντικειμενικό τρόπο. Όταν, όμως, η Θεία Ευχαριστία εκπίπτει απλώς και μόνο σε ευκαιριακό μέσο ιδεολογικής έκφρασης της πίστης, τότε ο φονταμενταλισμός και ο ζηλωτισμός, παρά τη φλόγα και τον ένθερμο ζήλο τους,  συσκοτίζουν αν δεν αφανίζουν το γεγονός της Εκκλησίας.

 Η ιστορική έρευνα κάνει λόγο για καταλυτικές αλλαγές στις ανθρώπινες κοινωνίες ύστερα από το πέρασμα μεγάλων μολυσματικών ασθενειών. Η δική μας κοινωνία, δεν πρόλαβε καν να εξέλθει από την οικονομική κρίση, και εισήλθε αναγκαστικά στην παγκόσμια υγειονομική κρίση της πανδημίας του κορονοϊού. Από διάφορες πλευρές επισημαίνονται οι οδυνηρές και ποικίλες επιπτώσεις της πανδημίας στη ζωή των ανθρώπων και των κοινωνιών, αλλά και εν γένει στο φυσικό περιβάλλον. Η μετά την πανδημία εποχή λέγεται ότι δεν θα έχει τίποτε κοινό με την προηγούμενη περίοδο της απόλυτης βεβαιότητας και αισιοδοξίας που καλλιέργησε η αντίληψη της αέναης προόδου, της βιοτεχνολογικής παρέμβασης του ανθρώπου στη φύση, της μαζικής κατανάλωσης και της άκρατης ευζωΐας. Η πανδημία έδειξε με τον πλέον εμφαντικό τρόπο πόσο ευάλωτη και γυμνή μπορεί να είναι η ανθρώπινη ζωή. Σε αυτούς τους αβέβαιους καιρούς η θεολογία οφείλει να επανερμηνεύσει δυναμικά και εκ νέου το δώρο της ζωής με τη μακρά παράδοση και τον βιωμένο πολιτισμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, παρέχοντας ελπίδα, νόημα και πληρότητα ζωής στον εμπερίστατο και τραυματισμένο άνθρωπο της εποχής μας, για να ζήσει ο κόσμος, η φύση και ο άνθρωπος.  

* Ο επίλογος ευρύτερης μελέτης μας με τίτλο «Η Εκκλησία ως κοινωνία πίστης, λατρείας και ζωής. Εκκλησιολογικές προκλήσεις και αντινομίες στον καιρό της πανδημίας και των υγειονομικών μέτρων», όπως δημοσιεύεται στην πρόσφατη έκδοση των Πρακτικών της Επιστημονικής Διημερίδας του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ με θέμα «Πίστη, ελπίδα και όραμα στον καιρό της πανδημίας» (12-13 Μαρτίου 2021), Αθήνα 2002.

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος

EN