Πραγματοποιήθηκαν δύο εισηγήσεις από τον καθηγητή Αλέξανδρο Σταμάτιο Αντωνίου σε επιμορφωτικές εκδηλώσεις που διοργάνωσαν την περασμένη εβδομάδα (8/9 & 10/9) η Διεύθυνση Π.Ε. Αν. Αττικής (επόπτρια ποιότητας εκπαίδευσης Δρ. Βασιλική Παπαδοπούλου) και η Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Β’ Αθήνας (σύμβουλοι Δρ. Αγγελική Μπαστέα και Δρ. Ευθύμιος Σταμούλης).
Η πρώτη εισήγηση πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα Jacqueline de Romilly του ΥΠΑΙΘΑ με τίτλο: «Το παρόν και το μέλλον της εκπαίδευσης των χαρισματικών παιδιών στην Ελλάδα». Το Συμβούλιο της Ευρώπης θεωρεί ότι η εκπαίδευση αποτελεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο θα πρέπει να παρέχεται σε κάθε άτομο και σε σχέση με τα χαρισματικά παιδιά αναφέρει ότι «θα πρέπει να μπορούν να επωφεληθούν από τις κατάλληλες εκπαιδευτικές συνθήκες οι οποίες θα τους επιτρέψουν να αναπτύξουν πλήρως τις ικανότητές τους, για το δικό τους όφελος και για το όφελος της κοινωνίας ως σύνολο. Κανένα κράτος δεν πρέπει να αφήνει ανεκμετάλλευτα ταλέντα και θα αποτελούσε πραγματική σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού το να μην εντοπιστούν έγκαιρα οι διανοητικές ή άλλου είδους δυνατότητές τους» (Recomm. 1248, Education for Gifted Children).


Οι βασικοί στόχοι της εκπαίδευσης για τα χαρισματικά παιδιά θα πρέπει να επικεντρωθούν:
α) στην παροχή όσο το δυνατόν μεγαλύτερων ευκαιριών για την προσωπική αυτοπραγμάτωση των νέων ανθρώπων, β) στη διεύρυνση της δεξαμενής καταρτισμένων επαγγελματιών σε όλους τους τομείς αλλά και ηθικών προσωπικοτήτων, προκειμένου να συμβάλουν στην αντιμετώπιση καίριων προβλημάτων των σύγχρονων κοινωνιών μέσω της παραγωγής νέας γνώσης και στέρεου αξιακού πλαισίου, και γ) στη δημιουργία ειδικών προγραμμάτων και παροχών που να αφορούν τις νέες γενιές, μεταξύ των οποίων αναμένεται ότι θα βρίσκονται οι μελλοντικοί ηγέτες σε όλα τα επίπεδα, οι επιστήμονες, οι καλλιτέχνες κ.ά.
Η έμφαση στην ανταπόκριση των αναγκών των χαρισματικών μαθητών/τριών μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο της διαφοροποιημένης διδασκαλίας, καθώς πρωταρχικός της στόχος είναι η μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων των μαθητών. Με βάση τη φιλοσοφία της διαφοροποίησης, οι χαρισματικοί μαθητές θεωρείται ότι αποτελούν έναν πληθυσμό του οποίου τα ταλέντα και οι ανάγκες δεν μπορούν να βρουν ανταπόκριση στα πλαίσια ενός αμιγώς «χαρισματικού» προγράμματος. Συνεπώς, παρέχεται μία πληθώρα δυνατοτήτων, όπως προσαρμοσμένος ρυθμός διδασκαλίας και μάθησης, υψηλός βαθμός ανεξαρτησίας για τους μαθητές, μεγαλύτερο βάθος και πολυπλοκότητα, καθώς και διαφοροποιήσεις σε επίπεδο αναλυτικού προγράμματος και διδακτικών στρατηγικών.
Η ισονομία στην παροχή ευκαιριών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν η διδασκαλία είναι προσαρμοσμένη στο επίπεδο ετοιμότητας, τα ενδιαφέροντα και τις προτιμήσεις των μαθητών/τριών. Προκειμένου να επιτευχθούν τα παραπάνω, πρέπει να έχει προηγηθεί μία σωστή αλληλουχία ενεργειών για τον εντοπισμό αυτού του πληθυσμού με τη χρήση κατάλληλων δοκιμασιών, όπως ψυχομετρικές δοκιμασίες, τεστ δημιουργικότητας, προτάσεις από γονείς και εκπαιδευτικούς, αυτοαξιολογήσεις κ.ά. Σε αυτό μπορούν να συμβάλλουν καθοριστικά και οι ψυχολόγοι που τοποθετούνται πλέον στα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και με τις γνώσεις τους είναι σε θέση να παραπέμψουν έγκαιρα ένα παιδί για αξιολόγηση και να καθοδηγήσουν κατάλληλα και τους εκπαιδευτικούς που το διδάσκουν. Σημαντικά κρίνονται και τα προγράμματα συμβουλευτικής για τους γονείς και τις οικογένειες των χαρισματικών παιδιών, καθώς φαίνεται ότι ειδικά οι γονείς αντιμετωπίζουν αυξημένο στρες στο να ανταποκριθούν στις ανάγκες των παιδιών τους, διαταραχθεί και η σχέση ανάμεσα στα αδέλφια όταν προκύψουν ζητήματα ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, κάθε πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει στην αξιοποίηση αυτού του πολύτιμου κοινωνικού κεφαλαίου και ενισχύει την ευημερία της κοινωνίας σε πολλαπλά επίπεδα.
Η δεύτερη εισήγηση που πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» του Δημαρχείου Παπάγου-Χολαργού είχε τίτλο: «Διαπροσωπικές σχέσεις εκπαιδευτικών και δείκτες ψυχικής υγείας – Γονείς μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες».
Η σχολική πραγματικότητα σήμερα απαιτεί τη διασύνδεση πολλών και διαφορετικών ειδικοτήτων, όπως εκπαιδευτικών γενικής και ειδικής αγωγής, εκπαιδευτικών παράλληλης στήριξης, λογοθεραπευτών, εργοθεραπευτών, σχολικών ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών. Η επικοινωνία αποτελεί το θεμέλιο για τη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές/ριες. Επιπρόσθετα, συμβάλλει στη μείωση των συγκρούσεων, την καλλιέργεια αμοιβαίου σεβασμού και τη διαμόρφωση θετικού κλίματος, με στόχο την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Όταν υπάρχει κοινό όραμα και συντονισμένη δράση, βελτιώνεται η μαθησιακή πορεία και η συμπεριφορά των μαθητών/ριών, οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται μεγαλύτερη υποστήριξη στο έργο τους και οι γονείς καταφέρνουν να γίνονται πιο ενεργοί και συμμετοχικοί στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η συνεργασία δεν αποτελεί απλώς μια «τυπική υποχρέωση» αλλά καλλιεργεί κουλτούρα εμπιστοσύνης και κοινής ευθύνης, μετασχηματίζοντας το σχολείο σε χώρο πραγματικής ανάπτυξης και όχι μόνο μάθησης.
Στον χώρο της Ειδικής Αγωγής η συνεργασία έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής μελέτης, καθώς αναγνωρίζεται ευρέως ως κρίσιμος παράγοντας για την ποιότητα της εκπαιδευτικής υποστήριξης των μαθητών/ριών με αναπηρία και/ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Η πολύπλευρη επικοινωνία, ο συντονισμός και η συνεργασία δεν αποτελούν προαιρετική πρακτική, αλλά απαραίτητο υπόβαθρο για τη διαμόρφωση εξατομικευμένων και ολιστικών παρεμβάσεων. Ωστόσο, παρά τη θεωρητική συμφωνία ως προς τη σημασία της διεπιστημονικής επικοινωνίας και συνεργασίας, η εφαρμογή της στην πράξη παραμένει συχνά προβληματική. Οι αρμονικές συναδελφικές σχέσεις μεταξύ εκπαιδευτικών ειδικής αγωγής δημιουργούν ένα υποστηρικτικό και συνεργατικό περιβάλλον. Η συναδελφικότητα αποτελεί θεμελιώδη άξονα για την εύρυθμη λειτουργία των διαφορετικών επαγγελματικών ομάδων, καθώς στηρίζεται στην ουσιαστική συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών ειδικής και γενικής αγωγής με σκοπό την επίτευξη κοινών παιδαγωγικών στόχων, υπερβαίνοντας τα όρια μιας απλής διαπροσωπικής σχέσης.

Η εφαρμογή μιας συστηματικής προσέγγισης στην επίλυση συγκρούσεων και την ενίσχυση της δημιουργικής επικοινωνίας προϋποθέτει τη χρήση ενός δομημένου πλαισίου για την αποτελεσματική αντιμετώπιση διαφορών. Μια τέτοια μεθοδολογία μπορεί να περιλαμβάνει στάδια όπως η αναγνώριση, η κατανόηση, η διαπραγμάτευση και η επίλυση, αρκετές φορές ενισχυμένα από κατάλληλα ερευνητικά εργαλεία τα οποία διευκολύνουν σημαντικά τη διαδικασία. Επιπλέον, οι επί μακρόν αδιαχείριστες συγκρουσιακές σχέσεις συχνά οδηγούν σε εργασιακό στρες και επαγγελματική εξουθένωση.
Τέλος, οι γονείς παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες παρουσιάζουν αυξημένο γονικό στρες σε σύγκριση με τους γονείς τυπικά αναπτυσσόμενων παιδιών. Πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν υψηλότερα επίπεδα στρες στους γονείς παιδιών με νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπως η ΔΕΠ-Υ και η ΔΑΦ. Το στρες αυτό προκύπτει συχνά από κοινωνικές και οικονομικές δυσκολίες, από την πολυπλοκότητα της διαχείρισης των διαγνώσεων αλλά και από την συνεπαγόμενη κοινωνική απομόνωση. Πολλές φορές, οι συνέπειες περιλαμβάνουν συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης, σωματικής και ψυχικής κόπωσης, αίσθημα αδυναμίας και χαμηλής ενεργητικότητας, καθώς και απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες. Η έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών αυτών και η παροχή κατάλληλης υποστήριξης στους γονείς συμβάλλουν όχι μόνο στη μείωση του στρες, αλλά και στη βελτίωση της οικογενειακής λειτουργικότητας και της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης των παιδιών εν γένει.