Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

*Γράφει ο Αλέξανδρος Κόκκινος Καθηγητής Παθολογίας στην Α’ Προπαιδευτική Παθολογικής Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Λαϊκό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο. Εφημερίδα «Πανεπιστήμιο Αθηνών», Φύλλο 3, κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» 30 Μαρτίου 2025

Η παχυσαρκία είναι μια χρόνια, εξελικτική, υποτροπιάζουσα νόσος με αναρίθμητες επιπλοκές που βραχύνουν τη ζωή και επιδεινώνουν την ποιότητά της. Η παχυσαρκία εν γένει ορίζεται βάσει του Δείκτη Μάζας Σώματος, όπου ο ΔΜΣ μεταξύ 25-29,9 χαρακτηρίζει την υπερβαρότητα και από 30 και άνω την παχυσαρκία.

Το πρόβλημα της παχυσαρκίας έχει λάβει επιδημικές διαστάσεις παγκοσμίως και στη χώρα μας, όπου το 2016 υπερβαρότητα είχε το 37,6% των ενηλίκων και παχυσαρκία το 32,1%.

Δυστυχώς, οι προσπάθειες για πρόληψη στον ενήλικο πληθυσμό δεν έχουν αποδώσει ικανοποιητικά αποτελέσματα και έτσι η επιστημονική κοινότητα πρέπει να στραφεί ολοένα και περισσότερο στη θεραπευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, η οποία, με την έλευση νέων φαρμακευτικών αγωγών, είναι πιο υποσχόμενη από ποτέ.

Οι κύριοι άξονες της αντιμετώπισης της παχυσαρκίας είναι η υγιεινοδιαιτητική αντιμετώπιση, η φαρμακευτική αγωγή και η βαριατρική-μεταβολική χειρουργική. Ενίοτε, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, είναι επιβεβλημένη η συνδρομή της ψυχιατρικής ή ψυχολογικής υποστήριξης.

Ακρογωνιαίος λίθος για τη θεραπεία της παχυσαρκίας είναι η υγιεινοδιαιτητική αγωγή, η οποία περιλαμβάνει ισορροπημένη υποθερμιδική δίαιτα (πρόσληψη λιγότερων θερμίδων από εκείνες που χρειάζονται για τη διατήρηση του παρόντος βάρους), και η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, τόσο μέσω δομημένης άσκησης όσο και με την αύξηση των καθημερινών δραστηριοτήτων του ατόμου (π.χ. περπάτημα). Η τελευταία βοηθά αυξάνοντας τις ενεργειακές δαπάνες, αλλά και διασώζοντας μυϊκό ιστό, γεγονός που ενισχύει την προσπάθεια για μη επαναπρόσληψη του βάρους.

Δυστυχώς, η υγιεινοδιαιτητική προσπάθεια, παρότι αποτελεσματική στην αρχή, δεν επιφέρει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα στη συντριπτική πλειονότητα των ατόμων με παχυσαρκία, ιδιαίτερα όταν αυτή είναι σοβαρή. Τούτο συμβαίνει διότι ακολουθείται από μια «αμυντική» απόκριση του σώματος, η οποία επιχειρεί να επαναφέρει το σωματικό βάρος στην αρχική του τιμή, ακόμη και εάν αυτή είναι παθολογική, μέσω ορμονικών προσαρμογών που προάγουν τη μείωση του κορεσμού και την αύξηση της πείνας.

Για να επιτευχθούν, λοιπόν, μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, είναι απαραίτητη πολύ συχνά η ενίσχυση του αισθήματος του κορεσμού, πράγμα που επιτυγχάνεται με τις σύγχρονες φαρμακευτικές αγωγές και τη βαριατρική χειρουργική.

Στη χώρα μας είναι διαθέσιμα επί του παρόντος τρία φαρμακευτικά σκευάσματα, τα οποία δρουν ενισχύοντας το αίσθημα του κορεσμού και διευκολύνοντας έτσι την τήρηση του υποθερμιδικού διαιτολογίου:

Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης που λαμβάνεται από του στόματος και οδηγεί κατά μέσο όρο σε απώλεια βάρους 8%-11% του αρχικού, σε συνδυασμό με υποθερμιδική δίαιτα. Κύρια ανεπιθύμητη ενέργεια είναι η παροδική και δοσοεξαρτώμενη ναυτία, ενώ σπανιότερες είναι η δυσκοιλιότητα, η αϋπνία και ο εκνευρισμός.
Η λιραγλουτίδη, που έχει ένδειξη στην αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 και σε υψηλότερη δόση στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Χορηγείται με υποδόρια ένεση μία φορά την ημέρα και επιτυγχάνει απώλεια βάρους 10%-12% κατά μέσο όρο. Κύρια ανεπιθύμητη ενέργεια είναι και εδώ η παροδική και δοσοεξαρτώμενη ναυτία και ενίοτε η διάρροια.
Από το τέλος του 2024 είναι διαθέσιμη στη χώρα μας η τιρζεπατίδη, η οποία χορηγείται υποδορίως μία φορά την εβδομάδα και της οποίας η χρήση σχετίζεται με εντυπωσιακές απώλειες βάρους που φθάνουν το 22%-26% κατά μέσο όρο. Κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι και εδώ οι γαστρεντερικές ενοχλήσεις. Είναι ανάγκη να ξεκαθαριστεί η κατάσταση που προέκυψε με τη σεμαγλουτίδη, ουσία συγγενή της λιραγλουτίδης, η οποία χορηγείται εβδομαδιαία και στη χώρα μας έχει έρθει μόνο στη δοσολογία 1 mg και το σκεύασμα που έχει ένδειξη τον διαβήτη τύπου 2.
Η ενδεικνυόμενη για την παχυσαρκία δοσολογία (2,4 mg), η οποία μάλιστα έχει επιδείξει καρδιοαγγειακή προστασία σε άτομα με παχυσαρκία και εγκατεστημένη καρδιοαγγειακή νόσο, δεν είναι ακόμη διαθέσιμη στη χώρα μας. Αυτό οδήγησε στη χρήση του σκευάσματος που χρησιμοποιείται για τον διαβήτη από άτομα με παχυσαρκία με σκοπό την απώλεια βάρους και, ακόμη χειρότερα, στον χαρακτηρισμό από κάποιους ιατρούς ατόμων με παχυσαρκία ως έχοντα διαβήτη τύπου 2 ώστε να αποζημιώνονται για τη χρήση του σκευάσματος. Η τακτική αυτή προφανώς δεν πρέπει να ενθαρρύνεται και οδήγησε σε σημαντικές ελλείψεις του σκευάσματος.

Ολα τα φάρμακα πρέπει να χορηγούνται με ιατρική συνταγή και παρακολούθηση για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητάς τους καθώς και των ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι εξαιρετικά σπάνιες και η παραφιλολογία που τις αφορά στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υποστηρίζεται από επιστημονικές μελέτες.

Το μέλλον στη φαρμακευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας προμηνύεται λαμπρό, καθότι αναμένεται να κυκλοφορήσει στο προσεχές μέλλον μια πλειάδα νέων σκευασμάτων που βρίσκονται στη φάση των κλινικών μελετών.

Η βαριατρική χειρουργική, η οποία και αυτή επιδρά ενισχύοντας τον κορεσμό, επιφυλάσσεται για άτομα που δεν έχουν επιτύχει επαρκή απώλεια με μη χειρουργικές μεθόδους (και φαρμακευτικές) και είναι η πιο αποτελεσματική για τη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση της σοβαρής παχυσαρκίας. Επιπλέον, οδηγεί σε σημαντική μείωση των επιπλοκών της παχυσαρκίας και της θνητότητας από αυτή. Σε σωστά επιλεγμένα κέντρα οι επιπλοκές της είναι εξαιρετικά χαμηλές, όσο και η θνητότητά της.

Συνεπώς, η παχυσαρκία, αυτή η καταστρεπτική χρόνια νόσος, έχει σαφείς και τεκμηριωμένες θεραπευτικές επιλογές οι οποίες είναι αποτελεσματικές και ασφαλείς, συμπληρώνουν δε η μία την άλλη (π.χ. η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να προηγηθεί της χειρουργικής ή να την ακολουθήσει εφόσον η τελευταία δεν έχει ικανοποιητικά αποτελέσματα).

Οπως και στην περίπτωση του καρκίνου, η συνεργασία επιστημόνων υγείας από πολλές ειδικότητες είναι συχνά απαραίτητη. Τέλος, έχει σημασία η αναγνώριση και αποφυγή του στιγματισμού των ατόμων που πάσχουν από παχυσαρκία, όπως και από κάθε άλλη χρόνια νόσο, αφού αυτή έχει γενετικό υπόβαθρο που φθάνει έως και το 70%.

Η επιδημία της παχυσαρκίας και η αντιμετώπισή της

ΕΚΠΑ © 2025. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος

Μετάβαση στο περιεχόμενο
EN