Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Ο Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ Παναγιώτης Πετράκης παραχώρησε συνέντευξη στον Γιάννη Πανταζόπουλο στη LiFO για τον πληθωρισμό, την ακρίβεια, την ενεργειακή κρίση και το κόστος της κλιματικής κρίσης.

Ακολουθεί η συνέντευξη:

— Πώς θα πάνε τα πράγματα στην οικονομία το 2022; Να περιμένουμε αβεβαιότητα ή ανάπτυξη;

Η ελληνική οικονομία έχει μπροστά της ένα έτος που υπό κανονικές συνθήκες θα δημιουργήσει πλούτο και αξίες που θα καλύψει τις απώλειες του Covid και αρκετών μνημονιακών ετών, αφού αναμένουμε μια ανάκαμψη μέσα στο 2022 μεταξύ 3,5% και 5%, δεδομένου ότι το 2021 είχαμε πάνω από 9%, δηλαδή όση ήταν η τεχνική ύφεση του Covid το 2020.

Όμως αντιμετωπίζουμε μια σειρά από προκλήσεις που κάνει το 2022 ένα έτος με διλήμματα και δύσκολες αποφάσεις. Να σημειωθεί ότι τα δύο προηγούμενα χρόνια που είχαμε Covid διαθέταμε μια απλή συνταγή: βάζαμε το Δημόσιο να καλύπτει τα κενά της ζήτησης και να αναλαμβάνει τον ρόλο του διασώστη των θέσεων εργασίας. Τώρα προχωράμε σε μια περίοδο όπου αυτό το καταφύγιο έχει μειωμένη δυνατότητα ενεργοποίησης.

Μάλιστα, θα πρέπει να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις για μια σειρά από ζητήματα που περιλαμβάνουν την αβεβαιότητα, την επιστροφή στη συγκράτηση των δημόσιων ελλειμμάτων, την αντιμετώπιση της πανδημίας με ταυτόχρονο άνοιγμα της οικονομίας, τη διαχείριση των γεωστρατηγικών κρίσεων (βλέπε Ουκρανία), την αντιμετώπιση της αύξησης του ενεργειακού κόστους και του πληθωρισμού.

— Τι είναι αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί όσον αφορά τον υψηλό πληθωρισμό; Ποια είναι η εκτίμησή σας για το 2022;

Ο πληθωρισμός που κινείται γύρω στο 2% είναι επιθυμητός από τη νομισματική πολιτική, γι’ αυτό είναι ένας σταθερός στόχος όλων των Κεντρικών Τραπεζών εδώ και δύο δεκαετίες. Όμως αυτό ισχύει με την προϋπόθεση ότι δεν θα διαταράσσει την ισορροπία στο καλάθι των αγορών των νοικοκυριών, ώστε να διευρύνει την εισοδηματική ανισοκατανομή του εισοδήματος, και ότι δεν θα ανατρέπει τον χάρτη της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, δημιουργώντας εθνικούς και εγχώριους χαμένους και νικητές.

Ο πληθωρισμός έχει κυρίως ενεργειακή προέλευση και οδηγεί σε μια γιγαντιαία διεθνή μεταφορά πλούτου από τους καταναλωτές της ενέργειας στους παραγωγούς της, άρα σε μαζική εθνική απώλεια πλούτου τους πρώτους. Παράλληλα, οι διαταραχές στις γραμμές παραγωγής προκαλούν αύξηση των τιμών.

Συνεπώς, είναι ένας πληθωρισμός προσφοράς, με ειδικότερα χαρακτηριστικά που θα οδηγήσουν στη μείωση της ποιότητας ζωής (λόγω περιορισμού της ενεργειακής κατανάλωσης ιδίως από τους πιο αδυνάτους), ενώ η διάχυσή του σε όλο το καλάθι θα μειώσει το ιδιωτικό διαθέσιμο εισόδημα. Εάν τα πράγματα μείνουν εδώ, θα είναι μια διαχειρίσιμη κρίση που θα επιφέρει μείωση της ανάκαμψης αλλά όχι και ανατροπή της ισορροπίας της οικονομίας, δεδομένου ότι αναμένουμε έναν μέσο ετήσιο πληθωρισμό μεταξύ 2% και 3%.

Εξαιρετικά δυσμενές σενάριο θα έχουμε εάν επηρεαστούν οι πληθωριστικές προσδοκίες, ενώ ταυτόχρονα ο ρυθμός ανάπτυξης θα περιοριστεί σημαντικά, οπότε θα εμφανιστεί στασιμοπληθωρισμός. Η κατάσταση αυτή, που την είχαμε συναντήσει ξανά το 1973, αποτελεί σοβαρή ανατροπή της οικονομικής ισορροπίας.

Πράγματι, το ποσοστό του πληθυσμού που εμφανίζεται κοντά στα όρια της φτώχειας είναι από τα υψηλότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελεί σοβαρό σημείο προβληματισμού. Βεβαίως, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το πολύ μεγάλο επίπεδο παραοικονομία που έχουμε, που κρύβει σε έναν μόνο βαθμό την πραγματικότητα.

Σε μεσομακροπρόθεσμο επίπεδο το διαθέσιμο ιδιωτικό εισόδημα βρίσκεται σε διαδικασία θετικής αναπροσαρμογής λόγω της έντασης του ρυθμού ανάπτυξης άρα και της μείωσης της ανεργίας. Όμως το μεγάλο μεσοπρόθεσμο εμπόδιο της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών είναι η αδυναμία εύρεσης εργασίας και ένταξης σε υψηλότερα αμειβόμενες θέσεις λόγω έλλειψης μόρφωσης, δεξιοτήτων κ.λπ.

Εδώ μόνο μια γενναία αξιοποίηση των δυνατοτήτων ανοικοδόμησης των δεξιοτήτων μέσω κοινοτικών, ευρωπαϊκών κονδυλίων μπορεί να δώσει μια καλή μεσομακροπρόθεσμη προοπτική. Βραχυπρόθεσμα όμως μόνο δημοσιονομικές ενέσεις μπορούν να βοηθήσουν.

— Πότε βλέπετε να έχουμε αποκλιμάκωση της ενεργειακής κρίσης; Μπορεί η κρίση Ουκρανίας – Ρωσίας να μας επηρεάσει προς το χειρότερο;

Υπό κανονικές συνθήκες η ενεργειακή κρίση, μετά το πέρασμα του χειμώνα του 2022, θα αρχίσει να απομειώνεται για να έχουμε και απόλυτες μειώσεις από το 2023. Όμως αυτό εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις, ότι δεν θα εκραγεί η ουκρανική κρίση και ότι δεν θα υπάρξουν ακραία καιρικά φαινόμενα.

Μέχρι στιγμής η ουκρανική κρίση δεν έχει περάσει άμεσα στις ενεργειακές τιμές, μόνο εμμέσως, λόγω της μη αδειοδότησης του Nord Stream 2. Εάν εκραγεί και περιοριστεί η τροφοδοσία της παραγωγής του ηλεκτρικού ρεύματος στην Κεντρική Ευρώπη, τότε πραγματικά θα έχουμε ένα αρνητικό σκηνικό πολύ μεγαλύτερης έντασης από αυτό που έχουμε σήμερα.

Εξάλλου, οι επιπτώσεις από την επιδείνωση της ουκρανικής κρίσης θα επεκταθούν σε όλες τις πτυχές της ευρωπαϊκής οικονομίας και απαιτούν ιδιαίτερη ανάλυση. Να σημειωθεί ότι η όξυνση της επιδημιολογικής κρίσης λειτουργεί αντίστροφα, δηλαδή μειώνει τον πληθωρισμό.

— Οι καταναλωτές ρεύματος αυτό το διάστημα έχουν δει αρκετά αυξημένους λογαριασμούς, ενώ κύμα ακρίβειας σαρώνει την αγορά. Θα μπορούσαμε να δούμε κάποιου είδους πρωτοβουλίες που να τις επιτρέπει η δημοσιονομική μας κατάσταση;

Δυστυχώς δεν υπάρχουν μέτρα που θα μπορούσαν να εξαλείψουν ως διά μαγείας το πρόβλημα της αύξησης του ενεργειακού κόστους που οφείλεται σε μια σειρά από λόγους με υπερεθνικό χαρακτήρα: αύξηση της ζήτησης λόγω ανάκαμψης, ελλιπείς τροφοδοσίες σε αέριο που συντηρεί τα εργοστάσια ηλεκτρικής ενέργειας της Κεντρικής Ευρώπης λόγω μη αδειοδότησης του Nord Stream 2, ακραία καιρικά φαινόμενα που εξαντλούν τα αποθέματα αερίου, ελλείψεις σε δίκτυα μεταφοράς, περιορισμός στην παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, πρασινοποίηση της οικονομίας χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη προετοιμασία στις πολιτικές και στις υποδομές, συστήματα τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας που δεν μπορούν να διαχειριστούν μείζονες κρίσεις κ.λπ.

Η κυβερνητική πολιτική μπορεί, βέβαια, να μειώσει το κόστος της αυξάνοντας τα ελλείμματά της, αλλά αυτή η προοπτική έχει τα όριά της, διότι δεν πρέπει να ανατραπεί το δημοσιονομικό ισοζύγιο, δηλαδή η συνετή δημοσιονομική πολιτική. Μπορούν όμως να γίνουν ‒και θα γίνουν‒ περισσότερες στοχευμένες παρεμβάσεις ανακουφιστικού δημοσιονομικού χαρακτήρα στο εισόδημα των νοικοκυριών και στο ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων με γνώμονα να μη μετατραπεί η ενεργειακή κρίση σε δημοσιονομική, διότι αυτό θα ήταν ολέθριο.

— Επίσης, βλέπουμε συνεχώς ακραία φαινόμενα να πλήττουν τη χώρα μας. Ποιο πιστεύετε ότι θα είναι το κόστος της κλιματικής κρίσης στην Ελλάδα; Ποιες ενέργειες απαιτείται να γίνουν;

Το κόστος της ενεργειακής κρίσης στην Ελλάδα είχε υπολογιστεί με αρκετά καλή προσέγγιση από την Τράπεζα της Ελλάδος το 2011 και μέχρι το 2100 θα φθάσει περίπου τα 750 δισ. Εάν όμως λάβουμε μέτρα ίσα με το 1/3 του κόστους αυτού θα μπορούσαμε να αποφύγουμε το μεγαλύτερο μέρος του.

Σύμφωνα με υπολογισμούς μας, η τελευταία κακοκαιρία, η Ελπίδα, είχε ένα κόστος της τάξης των 500-700 εκατ. ευρώ σε όρους ΑΕΠ, χωρίς να υπολογίζουμε τα ιδιωτικά οικονομικά κόστη που προκάλεσα οι ολιγωρίες των υπευθύνων. Επειδή όμως τα κόστη αυτά έρχονται σε επιμέρους κύματα, οι κοινωνίες σπάνια κινητοποιούνται εγκαίρως. Εμείς σε δώδεκα μήνες έχουμε βιώσει δύο μεγάλα οικολογικά φαινόμενα (πυρκαγιές και χιονοκαταιγίδες) που δείχνουν ότι οι αρνητικές επιπτώσεις είναι πολύ πιο κοντά απ’ ό,τι νομίζουμε.

Το θέμα, πάντως, είναι εξαιρετικά σύνθετο και περιλαμβάνει συμπεριφορές ιδιωτών και επιχειρήσεων, κυβερνητικές και κοινωνικές πολιτικές. Απαιτεί πολύ προσεκτικότερη ανάλυση διότι φθάνει στο σημείο να απαιτεί την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος.

Πηγή: lifo.gr

Βλ. επίσης: http://indeepanalysis.gr/oikonomia/energeiaki-krisi-dimosionomiki

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος