Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Πρωτοποριακή Παλαιοοικολογική ανάλυση ανατρέπει τα δεδομένα για τη θνησιμότητα της Μαύρης Πανώλης στην Ευρώπη

Δεδομένα γύρης προερχόμενα από 19 χώρες της Ευρώπης αποκαλύπτουν ότι, παρόλο που η Μαύρη Πανώλη θεωρείται ότι είχε καταστροφικές επιπτώσεις, υπήρχαν περιοχές όπου οι συνέπειές της ήταν αμελητέες ή ανύπαρκτες.

Μια νέα μελέτη στο περιοδικό Nature Ecology and Evolution χρησιμοποιεί δεδομένα γύρης για να αξιολογήσει τη θνησιμότητα της δεύτερης πανδημίας πανώλης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι υπήρξε σημαντική διαφοροποίηση των επιπτώσεων της Μαύρης Πανώλης από περιοχή σε περιοχή και καταδεικνύουν τη σημασία των διεπιστημονικών προσεγγίσεων στην κατανόηση των πανδημιών του παρελθόντος, και του παρόντος.

Η Μαύρη Πανώλη, η πιο διαβόητη πανδημία στην ιστορία, μάστιζε την Ευρώπη, τη Δυτική Ασία και τη Βόρεια Αφρική μεταξύ του 1347 και 1352 μ.Χ.. Οι εκτιμήσεις των ιστορικών αναφέρουν ότι περίπου το 50% του πληθυσμού της Ευρώπης πέθανε κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ο μετασχηματισμός θρησκευτικών και πολιτικών δομών της εποχής, ακόμα και η επιτάχυνση μεγάλων πολιτιστικών και οικονομικών μεταβολών, όπως η Αναγέννηση, αποδίδονται στη Μαύρη Πανώλη. Παρόλο που η έρευνα αρχαίου DNA έχει ταυτοποιήσει την Yersinia pestis ως αιτιολογικό παράγοντα της Μαύρης Πανώλης, οι δημογραφικές επιπτώσεις της πανούκλας εξακολουθούν να είναι άγνωστες.

Μια νέα μελέτη στο επιστημονικό περιοδικό Nature Ecology and Evolution καταδεικνύει ότι η θνησιμότητα της Μαύρης Πανώλης στην Ευρώπη δεν ήταν τόσο καθολική ή τόσο διαδεδομένη όσο θεωρούσαμε επί μακρόν. Μια διεθνής ομάδα ερευνητών, με επικεφαλής την ομάδα Παλαιοεπιστήμης και Ιστορίας του Max  Planck  Institute  for  the  Science  of  Human History (MPI SSH), ανέλυσε δείγματα γύρης από 261 θέσεις σε 19 ευρωπαϊκές χώρες προκειμένου να προσδιορίσει τις μεταβολές στο φυσικό και ανθρωπογενές τοπίο και στη γεωργική δραστηριότητα μεταξύ του 1250 μ.Χ. και του 1450 μ.Χ. -περίπου 100 χρόνια πριν έως και 100 χρόνια μετά την πανδημία. Η ανάλυσή τους καταγράφει την καταστροφή που βίωσαν ορισμένες ευρωπαϊκές περιοχές, καθώς και ότι η Μαύρη Πανώλη δεν επηρέασε εξίσου όλες τις περιοχές. Στην ομάδα μελέτης συμμετέχει η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δρ. Κατερίνα Κούλη.

Τα τοπία διηγούνται μια εκπληκτική ιστορία

Η Παλυνολογία, ή αλλιώς η μελέτη της γύρης των φυτών, είναι ένα ισχυρό εργαλείο για την αποκάλυψη των δημογραφικών επιπτώσεων της Μαύρης Πανώλης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, κατά την προβιομηχανική εποχή, η πίεση που ασκούσε η δραστηριότητα του ανθρώπου στο περιβάλλον, π.χ. η γεωργία ή η υλοτομία, εξαρτιόνταν κυρίως από τη διαθεσιμότητα αγροτικών εργατών. Χρησιμοποιώντας μια νέα μεθοδολογική προσέγγιση που ονομάζεται Παλαιοοικολογία Μεγάλων Δεδομένων (Big Data Paleoecology, BDP, Εικόνα 1), οι ερευνητές ανέλυσαν 1.634 δείγματα γύρης από διαφορετικές τοποθεσίες σε όλη την Ευρώπη για να διαπιστώσουν ποια φυτά αναπτύσσονταν και σε ποια έκταση. Με αυτό κατάφεραν να προσδιορίσουν τον βαθμό κατά τον οποίο οι γεωργικές δραστηριότητες σε κάθε περιοχή συνεχίστηκαν, ή αν η μείωση ή διακοπή της ανθρώπινης δραστηριότητας οδήγησε στην ανάκαμψη της φυσικής βλάστησης.

Figure 1
Εικόνα 1: Σχηματική επεξήγηση της προσέγγισης Παλαιοοικολογία Μεγάλων Δεδομένων (Big Data Paleoecology) που χρησιμοποιήθηκε για να επιβεβαιώσει τα επίπεδα θνησιμότητας της Μαύρης Πανώλης to verifying Black Death mortality levels
Εικόνα από: Adam Izdebski, Timothy Newfield, Hans Sell, Michell OReilly

Τα αποτελέσματα της ανάλυσης δείχνουν ότι υπήρχε διαφοροποίηση στη θνησιμότητα της Μαύρης Πανώλης, με ορισμένες περιοχές να υφίστανται καταστροφικές συνέπειες για τις οποίες έγινε γνωστή η πανδημία και σε άλλες καταγράφεται ένα ελαφρύτερο αποτύπωμα (Εικόνα 2). Οι απότομες μειώσεις της αγροτικής δραστηριότητας στη Σκανδιναβία, τη Γαλλία, τη νοτιοδυτική Γερμανία, την Ελλάδα και την κεντρική Ιταλία υποστηρίζουν τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας που καταγράφονται στις μεσαιωνικές πηγές. Αντίθετα, πολλές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων μεγάλου μέρους της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, της Ιρλανδίας και της Ιβηρικής Χερσονήσου παρουσιάζουν ενδείξεις συνέχειας ή αδιάλειπτης ανάπτυξης των ανθρώπινων κοινοτήτων.

Figure 6
Εικόνα 2: Δημογραφικές επιπτώσεις της Μαύρης Πανώλης σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης με βάση την Παλαιοοικολογία Μεγάλων Δεδομένων. Τα διαφορετικά χρώματα αποτυπώνουν τις μεταβολές στη γύρη των δημητριακών σε κλίμακα εκατονταετίας. Στο χάρτη αποτυπώνονται τα σύνορα στην Ευρώπη κατά τον 14ο αιώνα μ.Χ. 
Εικόνα από: Hans Sell, Michelle O’Reilly, Adam Izdebski

«Η Ελληνική Χερσόνησος είναι μεταξύ των περιοχών όπου επλήγησαν σφοδρά από τη Μαύρη Πανώλη. Η ανάλυση μας δείχνει ότι, τόσο στη Μακεδονία όσο και στην Πελοπόννησο παρατηρείται μια πολύ έντονη μείωση της καλλιέργειας δημητριακών» αναφέρει η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της ομάδας του MPI SHH, Δρ. Κατερίνα Κούλη. «Ειδικότερα στη Μακεδονία, καταγράφεται μία στροφή προς την κτηνοτροφία, η οποία και απαιτεί μειωμένους ανθρώπινους πόρους. Στην Πελοπόννησο το οικολογικό αποτύπωμα της Μαύρης Πανώλης εμφανίζεται σαφώς εντονότερο». Δεδομένα γύρης από τον ελληνικό χώρο συνεισέφερε, μεταξύ άλλων, και ο Αναπλ. Καθηγ Δασολογίας Σαμψών Παναγιωτίδης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. «Η σημαντική χωρική διακύμανση της θνησιμότητας που εντοπίζει η προσέγγισή της Παλαιοοικολογίας Μεγάλων Δεδομένων μένει να εξηγηθεί, αλλά τα τοπικά πολιτιστικά, δημογραφικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά πλαίσια επηρέασαν τον επιπολασμό, τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα της Y. pestis», συμπεραίνει η Δρ. Alessia Masi από το MPI SHH και το Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης.

Δεν υπάρχει ενιαίο μοντέλο πανδημίας

Ένας λόγος για τον οποίο τα αποτελέσματα αυτά προκαλούν έκπληξη είναι ότι πολλές από τις ποσοτικές πηγές που έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για την κατασκευή περιπτωσιολογικών μελετών της Μαύρης Πανώλης, προέρχονται από αστικές περιοχές. Στις αστικές περιοχές υπήρχε συστηματική καταγραφή και τήρηση αρχείων του πληθυσμού. Παράλληλα, χαρακτηρίζονταν από συνωστισμό και κακή υγιεινή, ενώ στα μέσα του 14ου αιώνα πάνω από το 75% του πληθυσμού κάθε ευρωπαϊκής περιοχής ήταν αγροτικό. Η παρούσα μελέτη δείχνει ότι, για την κατανόηση της θνησιμότητας μιας συγκεκριμένης περιοχής, είναι σημαντικό να χρησιμοποιηθούν τοπικά δεδομένα, και σε αυτό το πλαίσιο η BDP είναι από τις σημαντικότερες μεθόδους μέτρησης της αλλαγής των πολιτιστικών τοπίων.

«Δεν υπάρχει ένα ενιαίο μοντέλο “πανδημίας” ή “επιδημίας πανώλης” που να μπορεί να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε μέρος και οποιαδήποτε στιγμή, ανεξάρτητα από το περιβαλλοντικό και κοινωνικό πλαίσιο», λέει ο Δρ Adam Izdebski, επικεφαλής της ομάδας Παλαιοεπιστήμης και Ιστορίας στο MPI SHH. «Οι πανδημίες είναι σύνθετα φαινόμενα που έχουν περιφερειακή, τοπική ιστορία. Το βιώσαμε αυτό με την COVID-19, τώρα το αποτυπώνουμε και για την Μαύρη Πανώλη».

Οι διαφορές στη θνησιμότητα της Μαύρης Πανώλης σε όλη την Ευρώπη καταδεικνύουν ότι η πανούκλα ήταν μια δυναμική επιδημία, με πολιτιστικούς, οικολογικούς, οικονομικούς και κλιματικούς παράγοντες να έχουν καθοριστικό ρόλο τόσο στη διάδοση όσο και τον αντίκτυπό της. Κοιτάζοντας μπροστά, οι ερευνητές ελπίζουν ότι όλο και περισσότερες μελέτες θα χρησιμοποιήσουν παλαιοοικολογικά δεδομένα για να κατανοήσουν πώς αυτές οι μεταβλητές αλληλεπιδρούν για να διαμορφώσουν τις πανδημίες.

Πληροφορίες δημοσίευσης

Τίτλος: Palaeoecological Data indicates land-use changes across Europe linked to spatial heterogeneity in mortality during the Black Death pandemic

Συγγραφείς: Izdebski A., Guzowski P., Poniat R., Masci L., Palli J., Vignola C., Bauch M., Cocozza C., Fernandes R., Ljungqvist F.C., Newfield T., Seim A., Abel-Schaad D., Alba-Sánchez F., Björkman L., Brauer A., Brown A., Czerwiński S., Ejarque A., Fiłoc M., Florenzano A., Fredh E.D., Fyfe R., Jasiunas N., Kołaczek P., Kouli K.,1, Kozáková R., Kupryjanowicz M., Lagerås P., Lamentowicz M., Lindbladh M., López-Sáez J.A., Luelmo-Lautenschlaeger R., Marcisz K., Mazier F., Mensing S., Mercuri A.M., Milecka K., Miras Y., Noryśkiewicz A. M., Novenko E., Obremska M., Panajiotidis S., Papadopoulou M.L., Pędziszewska A., Pérez-Díaz S., Piovesan G., Pluskowski A., Pokorny P., Poska A., Reitalu T., Rösch M., Sadori L., Sá Ferreira C., Sebag D., Słowiński M., Stančikaitė M., Stivrins N., Tunno I., Veski S., Wacnik A., Masi A.

Επιστημονικό Περιοδικό: Nature Ecology & Evolution

DOI: https://doi.org/10.1038/s41559-021-01652-4 

Η δημοσίευση είναι διαθέσιμη στο https://www.nature.com/articles/s41559-021-01652-4

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος