Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Ο Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ και συγγραφέας του βιβλίου: «Ο ήχος των εν Ύδρα»: Ο Πόρος κατά την Ελληνική Επανάσταση (1821–1831), εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 2020.

Ο Πόρος της Τροιζηνίας είναι ένα μικρό νησί του Αργοσαρωνικού, το οποίο διακρίθηκε για τα φυσικά του προτερήματα και τη ναυτοσύνη των κατοίκων του. Η οικονομία των ελληνικών νησιών «απογειώθηκε» στα χρόνια των Ναπολεοντείων Πολέμων και του Ηπειρωτικού Αποκλεισμού της Ευρώπης (1803-1815). Ο εγγονός του Ανδρέα Μιαούλη σημειώνει ότι οι τολμηροί νησιώτες μετέφεραν, «αντί μεγάλου της ζωής αυτών κινδύνου», σιτάρι από τη Ρωσία στη Μασσαλία, τη Γένοβα, το Λιβόρνο και άλλες αποκλεισμένες πόλεις – λιμάνια της Μεσογείου «εις λίαν υπερόγκους τιμάς». Το λαθρεμπόριο των σιτηρών κόμισε πλούτο και ευημερία στους νησιώτες του Αιγαίου, και μεταμόρφωσε τους (κατά τα λόγια του Thomas Gordon) «άγονους βράχους» της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών σε εμπορικούς κόμβους της Μεσογείου. Μέσα σε αυτό το δίκτυο εντάσσεται ο Πόρος, ο οποίος βρέθηκε υπό τη σκιά της Ύδρας το διάστημα 1803-1828. Ο Πόρος (όπως η Σκόπελος, το Τρίκερι, το Κρανίδι κλπ.) αποτελούσε έναν μικρό ναυτότοπο του Δυτικού Αιγαίου, που εκτελούσε διαμετακομιστικό εμπορικό έργο. Το 1808 οι κάτοικοι του Πόρου διέθεταν 10 ποντοπόρα πλοία, ναυπηγημένα στην Ύδρα και στις Σπέτσες. Οι Ποριώτες διέθεταν επιπλέον μεγάλο αριθμό από φελούκες, σκαμπαβίες, σκούνες, σακολέβες, γολέτες, τρεχαντήρια και άλλα μικρά σκάφη, κατάλληλα για την ακτοπλοΐα. Η οικονομική άνθιση έφερε τη δημογραφική ανάπτυξη: Ενώ το 1765 ο Πόρος αριθμούσε 200 περίπου «σπίτια» (νοικοκυριά), «φτωχικά και ταπεινά», και γύρω στους 800 κατοίκους, το 1808 ο πληθυσμός του είχε δεκαπλασιασθεί, φθάνοντας περίπου τις 8.000 ψυχές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν 1.500 ναυτικοί.

POROS Exophylllo

Ο άσημος «βράχος» του Πόρου εξήλθε από τη σιωπή της Ιστορίας στα χρόνια της Επανάστασης. Γενικότερα, η εθνεγερσία το 1821 άλλαξε άρδην την πολιτική γεωγραφία του ελλαδικού χώρου. Το πολιτικό κέντρο βάρους του Ελληνισμού μετατοπίστηκε από τα βόρεια (τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, την Οδησσό, την Κωνσταντινούπολη) στα νότια μέρη (την Πελοπόννησο), και από τα ορεινά (την Τρίπολη, τα Καλάβρυτα, τη Μάνη κλπ.) στα παράλια και νησιωτικά μέρη (την Αίγινα, το Ναύπλιο κτλ.). Ο Πόρος, ένα «ασήμαντον νησίδιον» προ του 1821, όπως γράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, εξελίχθηκε ταχύτατα το 1827-1828 σε ναύσταθμο του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, εφοδιαστικό κέντρο του ρωσικού στόλου της Μεσογείου, κέντρο διανομής της αμερικανικής ανθρωπιστικής βοήθειας, προσωρινή έδρα της ελληνικής κυβέρνησης και χώρο σύγκλισης διεθνούς διπλωματικής διάσκεψης για τον καθορισμό των ελληνικών συνόρων. Χάρη στην εγκατάσταση εκεί του ελληνικού Ναυαρχείου και του ρωσικού ναυστάθμου, «αυτό το ασήμαντο νησί δίπλα στις ακρογιαλιές του Μωριά έγινε ένα από τα κύρια στρατιωτικά σημεία της αναγεννημένης Ελλάδας» (κατά το σχόλιο του γραμματέα του Ρώσου αντιναυάρχου Πέταρ Ρίκορδ). Ο Λόρδος Κόχραν, που ανέλαβε την ηγεσία του ελληνικού στόλου το 1827, θεωρούσε τον Πόρο το ασφαλέστερο λιμάνι της Ανατολής με εξαιρετικό αγκυροβόλιο.

Η μελέτη του Πόρου ξεφεύγει λοιπόν από τα όρια της Μικροϊστορίας και της Τοπικής Ιστορίας και μας διαφωτίζει για μια σειρά από γενικές πραγματικότητες. Πρωτίστως, η περίπτωση του Πόρου επιβεβαιώνει ότι η οικονομική κρίση που μάστιζε τα ναυτικά νησιά από τη λήξη των Ναπολεοντείων Πολέμων αποτέλεσε τον καταλύτη που επέσπευσε την έκρηξη της Επανάστασης στο Αιγαίο. Σημάδι της κρίσης είναι το συνολικό ιδιωτικό χρέους των κατοίκων του Πόρου, το οποίο από τα 230 γρόσια το 1811 ανέβηκε σε 1.310 το 1815 και εκτινάχθηκε σε 5.453,73 γρόσια το 1820, για να αποκλιμακωθεί στη συνέχεια, και να σκαρφαλώσει πάλι στα 1.560 γρόσια το 1827. Ο Αγώνας του 1821 προσέφερε, συνάμα με την εθνική ανεξαρτησία, ένα εφήμερο διέξοδο στην οικονομική αδράνεια και στη δυσπραγία των Ελλήνων ναυτικών. Η ιστορική πορεία του Πόρου δεν είναι λοιπόν αυτόνομη αλλά ετερόνομη και στενά συνυφασμένη τόσο με την Εθνική Ιστορία των Ελλήνων όσο και με εκείνην της Ύδρας. Ο Πόρος επιβεβαιώνει τις αδράνειες της Ιστορίας και τη δυσκολία της μετάβασης από την παράδοση στη νεωτερικότητα. Η διοικητική υπαγωγή του Πόρου υπό τον μπας κοτζάμπαση της Ύδρας Γεώργη Δήμα Βούλγαρη το 1803 ανέπτυξε φατριαστικούς δεσμούς ανάμεσα στους προκρίτους των δύο γειτονικών νησιών. Οι Ποριώτες εντάχθηκαν στο «κόμμα» των Κουντουριωτών και παρέμειναν υπό την αιγίδα των Υδραίων για περισσότερες από δύο δεκαετίες έως τον ερχομό του Ιωάννη Καποδίστρια. Η πολεμική δράση του ντόπιου οπλαρχηγού Χριστόδουλου Μέξη και η εξέγερση του Πόρου (1831) επαληθεύουν τα λόγια του Νικολάου Σπηλιάδη ότι οι εξελίξεις στον Πόρο στα χρόνια της Επανάστασης ήταν ο «ήχος» (δηλ. ο αντίλαλος) των γενόμενων «εν Ύδρα».

8 Roux

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος