Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Επιστήμη και Φύλο: Ένα ερώτημα εξ αφορμής ενός «παιχνιδιού» απλής αριθμητικής, με ποσοστιαίες αναλογίες

της Μαρίας Π. Κρανιδιώτη, Επίκουρης Καθηγήτριας Ποινικών Επιστημών, Νομικής Σχολής, ΕΚΠΑ &
της Μαρίας-Αλεξάνδρας Θ. Μαλάμη, Μ.Δ.Ε. Ποινικού Δικαίου & Εγκληματολογίας, Υποψήφιας Διδάκτορα Νομικής Σχολής, ΔΠΘ

Η σύντομη παρέμβασή μας, που ακολουθεί, γίνεται εξ αφορμής διαδικτυακής εκδήλωσης που διοργάνωσε η Επιτροπή Ισότητας των Φύλων και το Ιστορικό Αρχείο του ΕΚΠΑ, όσον αφορά τη Διεθνή Ημέρα για τη συμμετοχή των Κοριτσιών και των Γυναικών στην Επιστήμη (11η Φεβρουαρίου). Σε σχετική δε επιστολή ενημέρωσης αναφέρεται ότι μόνο το 31% των μελών ΔΕΠ πρώτης βαθμίδας είναι γυναίκες, ενώ σε επιστημονικά πεδία, όπως της Σχολής Θετικών Επιστημών, οι γυναίκες ανέρχονται στο 26% και στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών στο 28% (Λεοντσίνη 2022). Το πολύπλευρο ερώτημα που θέλουμε να θέσουμε εδώ είναι αν αυτά τα ποσοστά θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να θεωρηθούν μικρά ή ακόμη και μεγάλα. Και για να απαντηθεί, εισηγούμαστε την εξέταση κατανομών κατά φύλο, που εστιάζουν σε μεταβλητές, όπως η συμμετοχή σε κοινοβούλια, το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και η μόρφωση.

Στα στατιστικά στοιχεία της τελευταίας περιόδου (ΙΗ’, ήτοι από το 2019 και εφεξής) της Βουλής των Ελλήνων αναφέρεται ότι η τελευταία αποτελείται από 66 γυναίκες Βουλευτές, πράγμα που σημαίνει ότι, επί συνόλου 300, αποτελούν το 22%. Με άλλα λόγια,  έχουν κατά 9% μικρότερη εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο από ό,τι μεταξύ των μελών ΔΕΠ πρώτης βαθμίδας στα Πανεπιστήμια και περί το ένα τέταρτο περίπου μικρότερη από εκείνη που έχουν στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών. Αν δε εστιάσει κανείς σε τάσεις παγκόσμιου επιπέδου, διαπιστώνει ότι μόνο 10 γυναίκες σε 193 χώρες (5.2%), ήταν αρχηγοί κυβερνήσεων το 2020, και ότι ο αριθμός τους μειώθηκε από το 2014, που ήταν 15 (UNDP 2020, σελ. 1), ήτοι το 7.8%.

Περαιτέρω, όσο η οικονομική ισχύς αυξάνεται, από εργαζόμενο σε εργοδότη και από εργοδότη σε κορυφαίο μεγιστάνα του πλούτου και δισεκατομμυριούχο, το ποσοστιαίο χάσμα κατά φύλο διευρύνεται, με τις γυναίκες να εκπροσωπούν μόνο το 21% των εργοδοτών και το 12% των κορυφαίων δισεκατομμυριούχων ανά τον κόσμο (ό.π., σελ. 5). Και πάλι δηλαδή, έχουν μικρότερη εκπροσώπηση στους εργοδότες, από ό,τι μεταξύ των μελών ΔΕΠ πρώτης βαθμίδας στα Πανεπιστήμια της Ελλάδας (κατά 10%), αλλά ακόμη και μεταξύ των Καθηγητών σε επιστημονικά πεδία, όπως της Σχολής Θετικών Επιστημών (κατά 5%). Πολλώ μάλλον, το ποσοστό τους στους δισεκατομμυριούχους είναι σχεδόν υποτριπλάσιο εκείνου του συνόλου των μελών ΔΕΠ (διαφορά 19%) και σχεδόν υποδιπλάσιο εκείνου των Καθηγητών της Σχολής Θετικών Επιστημών (διαφορά 14%). Από την άλλη πλευρά, η μόρφωση, με γνώμονα τη μέση εκπαίδευση, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες διαφορές κατά φύλο. Αυτό δεν ισχύει απαρέγκλιτα για όλες τις περιοχές του πλανήτη, με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία διαφορά να εντοπίζεται στη Νότιο Ασία (39.9% γυναίκες έναντι του 60.8% των ανδρών, ήτοι 20.8% διαφορά), ενώ στη Λατινική Αμερική, όπου εντοπίζεται η μικρότερη διαφορά, η τελευταία αντιστρέφεται, με τους άνδρες να υποεκπροσωπούνται ελάχιστα (59.7 έναντι 59.3% ήτοι 0.4% διαφορά- UNDP 2020, σελ. 3).

Τι συμπεράσματα θα μπορούσε να συναγάγει κανείς από όλα τα παραπάνω; Με εξαίρεση το μέσο μορφωτικό επίπεδο, το χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι πολύ πιο διευρυμένο όσον αφορά τη συμμετοχή τους στα κοινά και την κατανομή του πλούτου, από εκείνο στην επιστημονική ελίτ. Συνακόλουθα, η εκπροσώπηση των γυναικών στους Καθηγητές των ελληνικών Πανεπιστημίων θα πρέπει να θεωρηθεί μεγάλη συγκριτικά με εκείνη στα κοινοβούλια και στην πλουτοκρατία. Πάντως, το χάσμα είναι υπαρκτό και υπολογίσιμο και η πολιτειακή μέριμνα θα πρέπει να είναι στραμμένη προς την ενίσχυση της συμμετοχής και την ανάδειξη γυναικών στις επιστήμες. Μήπως όμως τελικά θα έπρεπε, όχι να αντιστρέψουμε τη φορά της κατεύθυνσης των προσπαθειών για συμμετοχή και ανάδειξη γυναικών σε ερευνητικά πεδία, αλλά να μεταβάλλουμε το νόημα αυτών των προσπαθειών στην αφετηρία τους; Οι γυναίκες, που είναι υποβαθμισμένες και εμφανίζονται μακράν υποδεέστερες των ανδρών σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού βίου, έχουν ωστόσο, τηρουμένων των αναλογιών (κατά λέξη), υπολογίσιμα επιτεύγματα στην επιστήμη. Αυτή η ιδιαιτερότητα θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να αποτελέσει τον πυλώνα για την αναβάθμιση του κοινωνικού τους ρόλου. Είναι άλλωστε πολλά τα ζητήματα που δεν θίγονται στην παρούσα περιορισμένη εισήγηση, όπως εκείνο της γριφώδους σχέσης της νοημοσύνης με το φύλο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στην επιστήμη, όχι μόνο ενδείκνυται, αλλά θα έπρεπε να είναι επιβεβλημένη.

Πηγές (ενδεικτικά):

Λεοντσίνη Μαίρη (2022) «11η Φεβρουαρίου: Διεθνής Μέρα για τη Συμμετοχή των Κοριτσιών και των Γυναικών στις (Φυσικές) Επιστήμες» (διαδικτυακή μετάδοση σχετικής εκδήλωσης: https://youtu.be/Shc4Iy20EWE).

Βουλή των Ελλήνων, Στατιστικά Στοιχεία ΙΗ’ Περιόδου (2019-) https://www.hellenicparliament.gr/Vouleftes/Statistika-Stoicheia/Statistika-Stoicheia-ID-Periodou.

United Nations Development Programme (UNDP 2020) Human Development Perspectives, Tackling Social Norms: A game changer for gender inequalities, 1 UN Plaza, New York, USA.

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος