Δεδομένα οφθαλμοκίνησης για τις πραγματολογικές δεξιότητες στον αυτισμό
Οι πραγματολογικές δυσκολίες αποτελούν σήμα κατατεθέν στη Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ). Ένας ιδιαίτερα απαιτητικός τομέας της πραγματολογίας είναι η εξαγωγή συμπερασμών (inferencing), δηλαδή η ικανότητα του αναγνώστη να συνδυάζει ενδoκειμενικές και εξωκειμενικές πληροφορίες, ώστε να υπερβαίνει όσα δηλώνονται ρητά και να διαμορφώνει υποθέσεις για το νόημα. Η διαδικασία αυτή είναι δυναμική και κρίσιμη για την κατανόηση του λόγου, καθώς προϋποθέτει την ενσωμάτωση γλωσσικών και εξωγλωσσικών (κοινωνικο-πραγματολογικών) πληροφοριών σε ένα συνεκτικό νοητικό μοντέλο του κειμένου.
Ιδιαίτερα σημαντική μορφή αποτελεί η γεφύρωση νοήματος (bridging inferencing), η οποία απαιτεί τη σύνδεση επιμέρους προτάσεων και την ενσωμάτωσή τους με βάση την εγκυκλοπαιδική γνώση. Η διαδικασία αυτή είναι γνωστικά απαιτητική, καθώς προϋποθέτει ταυτόχρονη επεξεργασία πολλαπλών πηγών πληροφορίας και έχει αποδειχθεί ότι παρουσιάζει δυσκολίες σε άτομα με αυτισμό. Πέραν του υποστηρικτικού ρόλου της γλωσσικής ικανότητας και της προϋπάρχουσας γνώσης, η διαδικασία γεφύρωσης νοήματος βασίζεται σημαντικά σε γενικούς γνωστικούς πόρους του παιδιού, όπως η εργαζόμενη μνήμη και η προσοχή (ευρύτερα γνωστές ως ‘επιτελικές λειτουργίες’), που το βοηθούν να διατηρεί ταυτόχρονα ποικίλες πληροφορίες αλλά και να εστιάζει στις σημαντικές αναστέλλοντας τις μη-σημαντικές. Μέχρι στιγμής, οι περισσότερες μελέτες που έχουν διερευνήσει την εξαγωγή συμπερασμών στον αυτισμό έχουν χρησιμοποιήσει συμπεριφορικές μετρήσεις.
Σε πρόσφατο άρθρο, ερευνητές του Εργαστηρίου Ψυχογλωσσολογίας και Νευρογλωσσολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας μαζί με συνεργάτες από άλλα πανεπιστήμια στην Ελλάδα και στην Κύπρο αξιολόγησαν την ικανότητα εξαγωγής συμπερασμών σε αυτιστικά και νευροτυπικά παιδιά αντίστοιχης ηλικίας, χρησιμοποιώντας την καταγραφή οφθαλμοκινήσεων (eye-tracking), ώστε να αποτυπωθούν οι «εν τη στιγμή» οφθαλμικές συμπεριφορές των παιδιών κατά την ανάγνωση σύντομων αποσπασμάτων. Επίσης, διερεύνησαν τις σχέσεις μεταξύ της ικανότητας εξαγωγής συμπερασμών και των επιτελικών λειτουργιών των παιδιών.
Στη μελέτη συμμετείχαν 19 παιδιά με ΔΑΦ και 19 νευροτυπικά παιδιά αντίστοιχης ηλικίας. Στις ομάδες χορηγήθηκε ένα έργο καταγραφής οφθαλμικών κινήσεων που αξιολογούσε την ικανότητα εξαγωγής συμπερασμών κατά την ανάγνωση σύντομων αφηγηματικών αποσπασμάτων (vignettes), τα οποία διέφεραν ως προς μια κρίσιμη λέξη που ενεργοποιούσε ή όχι τη διαδικασία εξαγωγής συμπερασμών. Μετά την ανάγνωση, τα παιδιά απαντούσαν σε ερωτήσεις κατανόησης που είτε σχετίζονταν (primed) είτε όχι με τον συμπερασμό. Παράλληλα, καταγράφηκαν λεπτομερή δεδομένα οφθαλμικών κινήσεων (π.χ. χρόνος προσήλωσης, αριθμός καθηλώσεων), επιτρέποντας την ανάλυση τόσο της συνολικής όσο και της τοπικής επεξεργασίας του κειμένου. Οι δύο ομάδες αξιολογήθηκαν επίσης ως προς τις επιτελικές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της εργαζόμενης μνήμης και της προσοχής.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα αυτιστικά παιδιά παρουσίασαν χαμηλότερη ακρίβεια κατανόησης, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου οι ερωτήσεις δεν υποστηρίζονταν πραγματολογικά από προηγούμενη εξαγωγή συμπερασμών. Επιπλέον, εμφάνισαν βραδύτερους χρόνους ανάγνωσης και αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο επεξεργασίας σε αποσπάσματα που απαιτούσαν εξαγωγή συμπερασμών, γεγονός που υποδηλώνει αυξημένο γνωστικό φορτίο.
Σε επίπεδο οφθαλμικών κινήσεων, τα παιδιά με ΔΑΦ παρουσίασαν διαφορετικά πρότυπα επεξεργασίας σε σύγκριση με τα νευροτυπικά παιδιά. Συγκεκριμένα, έδειξαν μεγαλύτερη διάρκεια προσήλωσης σε κρίσιμες πληροφορίες που ενεργοποιούν συμπερασμούς, γεγονός που υποδηλώνει δυσκολία στην αποτελεσματική ενσωμάτωση πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο. Αντίθετα, τα νευροτυπικά παιδιά εμφάνισαν πιο ευέλικτη και αποδοτική επεξεργασία, προσαρμόζοντας την προσοχή τους ανάλογα με τις απαιτήσεις του κειμένου.
Όσον αφορά τις επιτελικές λειτουργίες, τα ευρήματα έδειξαν ότι στα νευροτυπικά παιδιά η ικανότητα εξαγωγής συμπερασμών σχετιζόταν σημαντικά με δεξιότητες όπως η εργαζόμενη μνήμη και η προσοχή. Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκαν αντίστοιχες συσχετίσεις στην ομάδα των αυτιστικών παιδιών, γεγονός που υποδηλώνει ότι ενδέχεται να χρησιμοποιούν διαφορετικούς γνωστικούς μηχανισμούς κατά την κατανόηση κειμένου.
Συνολικά, τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η αναγνωστική κατανόηση στα αυτιστικά παιδιά επηρεάζεται σημαντικά από την ικανότητα γεφύρωσης νοήματος, ιδιαίτερα όταν απαιτείται σύνδεση νέων πληροφοριών με προηγούμενα συμφραζόμενα. Επιπλέον, φαίνεται ότι η διαδικασία αυτή δεν υποστηρίζεται στον ίδιο βαθμό από τις επιτελικές λειτουργίες όπως στα νευροτυπικά παιδιά, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις που θα ενισχύουν τόσο τις πραγματολογικές όσο και τις γνωστικές δεξιότητες των παιδιών με αυτισμό.
Η έρευνα αυτή έγινε στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου «Γλωσσικές και γνωστικές στρατηγικές παρέμβασης στις γλωσσικές διαταραχές» (Language and Executive Function Intervention Strategies in Language Disorders – LEFIED), το οποίο υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της Δράσης «1η Προκήρυξη ερευνητικών έργων ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. για την ενίσχυση των μελών ΔΕΠ και Ερευνητών/τριών και την προμήθεια ερευνητικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας» (Αριθμός Έργου: 2992, Ε.Υ.: Σπυριδούλα Βαρλοκώστα)

Διαβάστε περισσότερα: https://doi.org/10.1016/j.reia.2025.202721


