Νέα έρευνα Ελλήνων ερευνητριών, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Educational Psychology της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (APA), αμφισβητεί με πειραματικά δεδομένα μία από τις πιο βαθιά ριζωμένες παιδαγωγικές πεποιθήσεις: ότι η προσαρμογή της διδασκαλίας στον «μαθησιακό τύπο» κάθε μαθητή —οπτικό, ακουστικό ή κιναισθητικό— βελτιώνει τη μάθηση.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τη Μαριέττα Παπαδάτου-Παστού (Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών) και την Άννα Κ. Τουλουμάκου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και SKOPE Centre, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης), οι οποίες υπογράφουν ισότιμα ως πρώτες συγγραφείς, σε συνεργασία με την Ευθαλία Θεοτοκάτου (ΕΚΠΑ). Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες αυστηρά σχεδιασμένες πειραματικές μελέτες διεθνώς που ελέγχουν αυτόν τον εκπαιδευτικό «νευρομύθο» σε μαθητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Η πεποίθηση στους μαθησιακούς τύπους παραμένει εντυπωσιακά διαδεδομένη. Σε σχετική έρευνα, το 97% των εν ενεργεία Ελλήνων εκπαιδευτικών συμφώνησε ότι οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα όταν λαμβάνουν την πληροφορία με τον τρόπο που προτιμούν, παρότι ο ΟΟΣΑ είχε χαρακτηρίσει την ιδέα «νευρομύθο» ήδη από το 2002.
Στη μελέτη συμμετείχαν 194 μαθητές Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού από τέσσερα σχολεία της Αττικής (δύο δημόσια και δύο ιδιωτικά). Οι μαθητές διδάχθηκαν τρεις ενότητες μετεωρολογίας (πρόγνωση καιρού, νέφη, κλιματική αλλαγή) με τρεις διαφορετικούς τρόπους παρουσίασης: οπτικά (εικόνες και κείμενο για σιωπηρή ανάγνωση), ακουστικά (ηχογραφημένη αφήγηση) και οπτικοακουστικά (συνδυασμός των δύο). Κάθε μαθητής συμμετείχε και στις τρεις συνθήκες, ενώ μετά από κάθε ενότητα απαντούσε σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής που μετρούσαν πόσο καλά αναγνώριζε το υλικό που μόλις είχε διδαχθεί. Ο μαθησιακός τύπος κάθε μαθητή προσδιορίστηκε με δύο τρόπους: με αυτοαναφορά και με το ερωτηματολόγιο μαθησιακών τύπων του Barsch.
Κεντρικό ερώτημα ήταν αν η «συμβατή» παρουσίαση —η διδασκαλία μέσα από τον τρόπο που ταιριάζει στον τύπο του μαθητή (π.χ. εικόνες για έναν «οπτικό» μαθητή)— αποδίδει καλύτερα από τη «μη συμβατή» (π.χ. ακουστική αφήγηση για έναν «οπτικό» μαθητή). Αυτή είναι ακριβώς η υπόθεση πάνω στην οποία στηρίζεται η πρακτική των μαθησιακών τύπων, γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως meshing hypothesis.
Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: η επίδοση των μαθητών δεν βελτιώθηκε όταν η διδασκαλία αντιστοιχούσε στον μαθησιακό τους τύπο. Δεν βρέθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ συμβατής και μη συμβατής παρουσίασης, ούτε η λεγόμενη «διασταυρούμενη αλληλεπίδραση» που αποτελεί την κρίσιμη προϋπόθεση για να επιβεβαιωθεί η υπόθεση. Με άλλα λόγια, ο «οπτικός» μαθητής δεν απέδωσε καλύτερα με οπτικό υλικό, ούτε ο «ακουστικός» με ακουστικό. Επιπλέον, οι μαθητές δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν αξιόπιστα τον «τύπο» τους: η αυτοαναφορά τους δεν συμφωνούσε με την κατηγοριοποίηση που προέκυπτε από το ερωτηματολόγιο.
Αντίθετα, η έρευνα έδειξε ότι η πολυτροπική παρουσίαση —ο συνδυασμός οπτικού και ακουστικού υλικού— υπερείχε σημαντικά έναντι κάθε μονοτροπικής συνθήκης, για όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως μαθησιακού τύπου.
Η Άννα Κ. Τουλουμάκου δήλωσε:
«Αυτό είναι το εύρημα που πρέπει να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε τη διδασκαλία. Η πολυτροπική μάθηση δεν είναι απλώς μία επιλογή μεταξύ άλλων· είναι η στρατηγική που λειτουργεί για όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από το πώς αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως μαθητές. Όταν παρέχουμε ταυτόχρονα οπτικές και ακουστικές πληροφορίες, αξιοποιούμε διακριτά γνωστικά κανάλια και βελτιώνουμε την κωδικοποίηση της πληροφορίας για όλους.»
Η μελέτη ακολούθησε τα μεθοδολογικά κριτήρια που πρότειναν ο Pashler και οι συνεργάτες του το 2008 στο Psychological Science in the Public Interest για τον έγκυρο έλεγχο της υπόθεσης: κατηγοριοποίηση των μαθητών βάσει μαθησιακού τύπου, παρουσίαση του ίδιου υλικού μέσα από μία μόνο αισθητηριακή οδό και αξιολόγηση όλων με το ίδιο τεστ. Τα κριτήρια αυτά σπάνια εφαρμόζονται: σύμφωνα με ανασκόπηση 1.215 σχετικών μελετών, μόλις 10 τα πληρούσαν, και καμία δεν έδειξε την αναμενόμενη αλληλεπίδραση.
Η Μαριέττα Παπαδάτου-Παστού πρόσθεσε:
«Επιλέξαμε συνειδητά να ακολουθήσουμε τον σχεδιασμό που πρότεινε ο Pashler, ακριβώς επειδή μπορεί να ελέγξει αυστηρά αν η υπόθεση ισχύει. Εφαρμόσαμε σχεδιασμό εντός συμμετεχόντων, αντιστάθμιση της σειράς παρουσίασης και διπλή κατηγοριοποίηση του μαθησιακού τύπου, στοιχεία που λείπουν από την πλειονότητα των σχετικών μελετών. Η υπόθεση ότι οι μαθητές αποδίδουν καλύτερα όταν λαμβάνουν το υλικό με τον τρόπο που αντιστοιχεί στον τύπο τους δεν επιβεβαιώθηκε. Πρόκειται για ένα αξιόπιστο αρνητικό εύρημα που η εκπαιδευτική κοινότητα οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη.»
Τα ευρήματα έχουν άμεσες συνέπειες για την εκπαιδευτική πολιτική και την κατάρτιση των εκπαιδευτικών. Ενδεικτικά, σύμφωνα με διεθνή έρευνα, περίπου ένα στα τέσσερα εγχειρίδια που χρησιμοποιούνται στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών εξακολουθεί να προτείνει την αντιστοίχιση της διδασκαλίας με τους μαθησιακούς τύπους. Η επένδυση χρόνου και πόρων σε μη τεκμηριωμένες πρακτικές δεν αποτελεί μόνο σπατάλη, αλλά μπορεί και να επιβαρύνει τους μαθητές: ένα παιδί που έχει χαρακτηριστεί «ακουστικός τύπος» μπορεί να καταλήξει να πιστεύει ότι δεν μπορεί να μάθει καλά από γραπτό ή οπτικό υλικό. Οι ερευνήτριες προτείνουν στροφή προς τεκμηριωμένες στρατηγικές που ωφελούν όλους τους μαθητές, όπως η πολυτροπική διδασκαλία, η πρακτική ανάκλησης και η κατανεμημένη μελέτη.
Για περισσότερες πληροφορίες ή για να αποκτήσετε πρόσβαση στην πλήρη επιστημονική δημοσίευση, επισκεφθείτε το https://doi.org/10.1037/edu0001056. Τα δεδομένα, τα υλικά και ο κώδικας ανάλυσης είναι ελεύθερα διαθέσιμα στο https://osf.io/3ckgj/overview
Δημοσίευση:
Papadatou-Pastou, M., Touloumakos, A. K., & Theotokatou, E. (2026). Debunking the learning styles neuromyth: No effects of learning styles on recognition accuracy in primary education students. Journal of Educational Psychology, 118(8), 1521–1531. https://doi.org/10.1037/edu0001056