Με αφορμή την κυκλοφορία του δεύτερου τόμου της έκδοσης, «Η μεγάλη ιστορία της Αθήνας», που κυκλοφορεί με την αιγίδα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, η Κατερίνα Νικολάου, καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, μίλησε στο Βήμα.
«Η μεγάλη ιστορία της Αθήνας, Τόμος Β’»: Απ’ το Βυζάντιο ως το ελληνικό κράτος (Το Βήμα)
Αυτήν την Κυριακή, 1η Νοεμβρίου, κυκλοφορεί με «ΤΟ ΒΗΜΑ», ο δεύτερος τόμος, της τρίτομης έκδοσης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, «Η μεγάλη ιστορία της Αθήνας».
Ο δεύτερος τόμος δίνει μια σαφή εικόνα της σημερινής πρωτεύουσας, από τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες έως την ίδρυση του ελληνικού κράτους, προσφέροντας πληροφορίες που οι περισσότεροι από εμάς είτε αγνοούμε είτε έχουμε μεν στο μυαλό μας, αλλά όχι με τρόπο που να μπορούμε να τις συνδέσουμε χρονικά, ιστορικά και τοπογραφικά.
Με την αφορμή αυτής της κυκλοφορίας, θέσαμε ορισμένα ερωτήματα στην επιμελήτρια του τόμου, Κατερίνα Νικολάου, Καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σχεδόν αυτόματα, όταν μιλάμε για την ιστορία της Αθήνας, πραγματοποιώντας ένα άλμα χιλιάδων χρόνων, η σκέψη των περισσοτέρων μεταφέρεται κατευθείαν στην αρχαιότητα. Γιατί είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε και για την Αθήνα των βυζαντινών χρόνων;
Γιατί, πολύ απλά, δεν είναι επιστημονικά δόκιμο ούτε χρειάζεται σήμερα να κάνουμε ό,τι προκρίθηκε ή κρίθηκε αναγκαίο κατά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την ανάδειξη της Αθήνας σε πρωτεύουσά του που ακολούθησε. Τότε η πόλη εισήλθε σε νέα εποχή, στην οποία η αρχαιότητα αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της ίδιας της ιδεολογικής συγκρότησης του κράτους.
Ωστόσο, οι κάτοικοι αυτής της πόλης όπως και πολλοί επισκέπτες της έχουν απολαύσει μια βόλτα στην Καισαριανή, περπατώντας στην οδό Ερμού αισθάνθηκαν να έλκονται από την Καπνικαρέα, στο Γαλάτσι θαύμασαν την κομψότητα της Ομορφοκλησσιάς, άκουσαν ή διάβασαν στις ειδήσεις ότι η σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας συνήλθε στη μονή Πετράκη, ενώ στην πλατεία Κλαυθμώνος δεν πέρασαν αδιάφοροι δίπλα από τους Αγίους Θεοδώρους.
Αναφέρω ελάχιστα από τα συναπαντήματά μας με το βυζαντινό παρελθόν, τα οποία καθιστούν σαφές, ότι η Αθήνα δεν αποτελεί μια πόλη, που απλώς «επιβίωσε» μέσα στους αιώνες, και από την λαμπρή εποχή του Περικλή αναδείχθηκε σε πολιτισμικό και πολιτικό φάρο ενός νεοσύστατου εθνικού κράτους. Είναι ένας αστικός χώρος ο οποίος επανερμηνεύθηκε –και επανερμηνεύεται έως σήμερα– διαρκώς από τις κοινωνίες που τον κατοίκησαν ή τον κατοικούν και από τις πολιτικές και θρησκευτικές εξουσίες που τον οικειοποιήθηκαν.
Γνωρίζοντας τη βυζαντινή Αθήνα δίνουμε μια απάντηση στο ερώτημα, πώς μια πόλη με εξαιρετικά ισχυρό αρχαίο παρελθόν μετασχηματίζεται χωρίς να παύει να συνομιλεί με αυτό. Το γεγονός, μεταξύ άλλων, ότι η πολεοδομική φυσιογνωμία της πόλης μεταβλήθηκε και αρχαίες κατασκευές εντάχθηκαν σε νέες χρήσεις αναδεικνύει την ιστορική συνέχεια μέσα από τις ασυνέχειες.
Πόσο διέφερε η Αθήνα των βυζαντινών χρόνων με την Αθήνα της αρχαιότητας και πόσο κοντά ήταν η ζωή και η εικόνα της (της βυζαντινής Αθήνας), με αυτήν της μεγάλης πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης.
Είναι σαφές ότι η Αθήνα του 4ου μ.Χ. αι. δεν είναι η Αθήνα του «χρυσού αιώνα». Η βυζαντινή Αθήνα δεν ταυτίζεται με τη ρωμαϊκή, ενώ στα τέλη του 12ου και στις αρχές του 13ου αι., ο μητροπολίτης της, Μιχαήλ Χωνιάτης, ερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη, μίλησε στους Αθηναίους δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη μακραίωνη ιστορία της, προκαλώντας τους να αναδειχθούν άξιοι συνεχιστές της. Παρά ταύτα, εξέφραζε με έντονη αγανάκτηση, την επιθυμία του να εγκαταλείψει τον τόπο λόγω της οικτρής, κατά την άποψή του, σύγχρονης πραγματικότητας.
Στην αυγή της βυζαντινής εποχής η Αθήνα είχε χάσει την πολιτική πρωτοκαθεδρία της κλασικής αρχαιότητας, διατηρούσε ωστόσο, μέχρι και τον 5ο αι., σημαντική συμβολική ακτινοβολία, ως κέντρο παιδείας και φιλοσοφίας. Κατά τον 4ο και 5ο αι. αποτέλεσε έναν από τους εξέχοντες χώρους συνάντησης δύο διαφορετικών πολιτισμικών και θρησκευτικών παραδόσεων.
Η νεοπλατωνική φιλοσοφία κρατούσε ζωντανή την ελληνική φιλοσοφική παράδοση, ενώ ο χριστιανισμός μετασχημάτιζε σταδιακά το θρησκευτικό και χωρικό τοπίο. Αρχαίοι ναοί μετατράπηκαν σε χριστιανικές εκκλησίες και η Ακρόπολη απέκτησε κεντρική στρατηγική σημασία, προσδίδοντας προοδευτικά στην Αθήνα τα χαρακτηριστικά βυζαντινής πόλης-κάστρου.
Από τον 7ο αι., όπως συνέβη σε πολλές από τις πόλεις της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Αθήνα συρρικνώθηκε πληθυσμιακά και πολεοδομικά, εισερχόμενη σε ένα νέο πλαίσιο μεσαιωνικής ζωής.
Παρέμεινε το στρατιωτικό, διοικητικό, οικονομικό και εκκλησιαστικό κέντρο της Αττικής, αλλά σταδιακά υποσκελίστηκε σε σημασία από γειτονικές πόλεις, όπως η Θήβα και η Κόρινθος. Ο οικισμός περιορίστηκε, η οικοδομική δραστηριότητα υποχώρησε και εκτάσεις που προηγουμένως αποτελούσαν τμήματα του οικιστικού ιστού μετατράπηκαν σε καλλιεργήσιμες ζώνες.
Από τον 9ο αι., με τα μέτρα ανασυγκρότησης της νότιας Ελλάδας που έλαβε η βυζαντινή διοίκηση, η Αθήνα άρχισε να ανακάμπτει. Αναδείχθηκε σε μητρόπολη και κατά το πρώτο μισό του αιώνα αποτελούσε τη βασική έδρα του στρατηγού του θέματος Ελλάδος.
Όταν αποκαταστάθηκε η ασφάλεια στο Αιγαίο, ιδίως μετά την ανάκτηση της Κρήτης το 961, η πόλη οδηγήθηκε σε οικονομική και δημογραφική άνοδο αλλά και άνθιση της αρχιτεκτονικής και των άλλων τεχνών. Νέες συνοικίες αναπτύχθηκαν σε περιοχές από αιώνες εγκαταλελειμμένες, ενώ ανεγέρθηκαν νέες εκκλησίες και μοναστήρια που εξακολουθούν έως σήμερα να κοσμούν την Αθήνα.
Η εικόνα της πόλης στα τέλη του 12ου αιώνα, όπως την περιγράφει ο Μιχαήλ Χωνιάτης, είναι σαφώς δυσμενέστερη. Ο μητροπολίτης εντάσσεται σε μια ευρύτερη παράδοση επισκόπων εκτός κέντρου, που θεωρούσαν ότι η πρωτεύουσα ευημερούσε σε βάρος της περιφέρειας και ότι η κρατική παρέμβαση περιοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στην άδικη φορολόγηση.
Οι δραματικές περιγραφές της φτώχειας, της φθοράς των υποδομών και της περιορισμένης παραγωγικής δραστηριότητας αντανακλούν ασφαλώς την κρίση της εποχής, δεν αποδεικνύουν όμως κατ’ ανάγκην την πλήρη διάλυση της αστικής ζωής. Λειτουργούν ως μέσο πίεσης και διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο των σχέσεων της επαρχίας με το κέντρο.
Η σύγκριση με την Κωνσταντινούπολη θα ήταν, πιστεύω, άδικη, όπως θα συνέβαινε και για οποιαδήποτε άλλη μεσαιωνική πόλη. Ο μικρότερος αδελφός του Μιχαήλ Χωνιάτη, Νικήτας, θρηνώντας την καταστροφή και τη λεηλασία της Βασιλεύουσας κατά την άλωση του 1204, την αποκάλεσε «πόλιν πόλεων… άκουσμα παγκόσμιον, θέαμα υπερκόσμιον».
Οι ίδιοι οι σταυροφόροι, διά στόματος Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου, παραδέχθηκαν ότι εντυπωσιάστηκαν από τον πλούτο, τα τείχη, τα παλάτια και τις εκκλησίες της.
Η μορφή και η ζωή των δύο πόλεων ήταν, επομένως, εντελώς διαφορετικές. Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Αθήνα, παρά την πολιτική περιθωριοποίησή της και τους μετασχηματισμούς που επέβαλε ο μεσαιωνικός χαρακτήρας της, παρέμεινε «ενεργός» πόλη με ιδιαίτερο πολιτικό και πολιτιστικό βάρος και ουσιαστικούς δεσμούς με το κέντρο της αυτοκρατορικής εξουσίας. Την ιδιαίτερη αυτή σχέση μαρτυρούν και οι τρεις αυγούστες, σύζυγοι αυτοκρατόρων, με αθηναϊκή προέλευση.
Η Αθηναΐς-Ευδοκία, η Ειρήνη Αθηναία και η ανιψιά της Θεοφανώ άφησαν έντονο αποτύπωμα στην πολιτιστική ζωή του Βυζαντίου και στις πολιτειακές εξελίξεις, ενώ η Ειρήνη υπήρξε η μόνη γυναίκα που άσκησε εξουσία ιδίω ονόματι, διαμορφώνοντας το μοναδικό για τον μεσαιωνικό κόσμο φαινόμενο της άσκησης εξουσίας από γυναίκες.
Θα λέγαμε ότι το «λατινικό» και «οθωμανικό» παρελθόν της Αθήνας, τουλάχιστον για τους περισσότερους κατοίκους και επισκέπτες της δεν είναι και τόσο γνωστό και ευδιάκριτο. Θα είχε αξία να προβληθεί περισσότερο και αυτό το κομμάτι του παρελθόντος της πόλης;
Ασφαλώς. Μετά την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους σταυροφόρους, η Αθήνα εντάχθηκε στο Δουκάτο των Αθηνών και πέρασε διαδοχικά υπό τους Βουργουνδούς, τους Καταλανούς και τους Φλωρεντινούς Ατζαγιόλι, με ένα σύντομο διάλειμμα βενετικής κυριαρχίας.
Κατά την περίοδο 1205-1456, οι λατίνοι κυρίαρχοι επέβαλαν νέες πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες, συνδέοντας την Αθήνα με τις ευρύτερες ανακατατάξεις της μεσαιωνικής Μεσογείου: τις σταυροφορίες, την οικονομική και εμπορική διείσδυση των ιταλικών πόλεων, την παπική πολιτική και τον ανταγωνισμό των δυτικών δυνάμεων.
Το αστικό τοπίο δεν μεταβλήθηκε δραστικά· η αλλαγή αποτυπώθηκε κυρίως στην Ακρόπολη, κέντρο της στρατιωτικής, πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας.
Οι διαδοχικοί λατίνοι κυρίαρχοι ενίσχυσαν τις οχυρώσεις της, προσδίδοντάς της την όψη ενός ισχυρού και σχεδόν απόρθητου κάστρου. Οι κατασκευές αυτές είναι σήμερα γνωστές κυρίως από απεικονίσεις περιηγητών του 18ου και του 19ου αιώνα.
Μετά την απελευθέρωση της Ακρόπολης το 1833 απομακρύνθηκαν σταδιακά, στο πλαίσιο της προσπάθειας αποκατάστασης της αρχαίας μορφής του Βράχου, ενώ η κατεδάφιση του πύργου των Ατζαγιόλι στα Προπύλαια το 1874 σφράγισε ουσιαστικά την εξαφάνιση των σημαντικότερων ορατών καταλοίπων της περιόδου.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στη Λατινοκρατία οφείλεται χώρος στην Ιστορία της Αθήνας, η συνεχής κατοίκηση της οποίας όμως, όπως και –κυρίως– ο ιδεολογικός προσανατολισμός της χώρας κατά τον 19ο αι. δεν ευνόησαν τη διατήρηση απτών αρχαιολογικών τεκμηρίων.
Σημαντικό παραμένει το γεγονός ότι ο χώρος προσαρμόστηκε στις ανάγκες των κατακτητών δίχως να χαθεί η συνέχεια: τα αρχαία μνημεία συνιστούσαν δομικά στοιχεία, άλλοτε ως οικοδομικό υλικό, άλλοτε ως χώροι καινούργιων χρήσεων και άλλοτε ως φορείς συμβολικής αξίας.
Ανάλογα σύνθετη ήταν και η εικόνα της οθωμανικής Αθήνας. Η πόλη έγινε οθωμανική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απέκτησε πολιτισμική ή κοινωνική ομοιομορφία. Κατοικείτο από χριστιανούς και μουσουλμάνους, οι οποίοι συγκροτούσαν ένα σύνθετο κοινωνικό και θρησκευτικό μωσαϊκό.
Γραπτές μαρτυρίες και αρχαιολογικά κατάλοιπα επιτρέπουν την ανασύσταση της Αθήνας ως ζωντανού αστικού οργανισμού, όπου διαφορετικές κοινότητες συνυπήρχαν, συγκρούονταν, συνεργάζονταν και προσαρμόζονταν στις εκάστοτε πολιτικές συνθήκες.
Η Ακρόπολη παρέμεινε κυρίαρχο οχυρό, ενώ γύρω της αναπτύχθηκε πυκνό αστικό περιβάλλον με κατοικίες, λουτρά, κρήνες, τζαμιά, εκκλησίες, μετόχια και μοναστήρια. Οι αρχαιότητες εντάχθηκαν στην καθημερινή ζωή.
Πέρα από τις διηγήσεις των περιηγητών, όπως ο Εβλιγιά Τσελεμπί, τις χαλκογραφίες και γκραβούρες της εποχής, ένας περίπατος στην Πλάκα σήμερα αρκεί για να μας φέρει σε επαφή με εκείνη την Αθήνα. Τα σημεία, που καθιστούν εμφανές αυτό το παρελθόν της πόλης, είναι πολλά και αρκετά από αυτά επισκέψιμα. Η οθωμανική Αθήνα είναι μια διαφορετική μορφή της ίδιας αιωνόβιας πόλης και πρέπει να παραμείνει ορατή.
Πριν κλείσω θα μου επιτρέψετε σύντομη αναφορά στη μεγάλη τομή που σημειώθηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση. Η Αθήνα υπήρξε και τόπος σημαντικών στρατιωτικών επιχειρήσεων, με κορύφωση την πολιορκία της Ακρόπολης το 1826-1827.
Τα γεγονότα ανέδειξαν νέα διάσταση της ιστορίας των αρχαιοτήτων: τα μνημεία της πόλης απέκτησαν διεθνή πολιτική και ιδεολογική σημασία, ενώ η Ακρόπολη αναδείχθηκε σε σύμβολο της ελληνικής υπόθεσης και ταυτόχρονα σε αντικείμενο διεθνούς διπλωματικής προστασίας.
Σε όλες αυτές τις διαφορετικές Αθήνες υπάρχει ένας σταθερός άξονας: ο χώρος, η μνήμη και η διαρκής επανερμηνεία του παρελθόντος.
Η ιστορία της Αθήνας δεν είναι απλώς ιστορία μιας πόλης που πέρασε από τη ρωμαϊκή στη βυζαντινή, από τη λατινική στην οθωμανική και, τέλος, στη νεοελληνική κυριαρχία. Είναι η ιστορία μιας πόλης που επαναπροσδιορίζει διαρκώς τη θέση της μέσα σε ευρύτερους πολιτικούς και πολιτισμικούς κόσμους, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπει το παρελθόν της σε ενεργό παράγοντα του παρόντος της.
«Η μεγάλη ιστορία της Αθήνας, Τόμος Β’»: Απ’ το Βυζάντιο ως το ελληνικό κράτος