Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

της Ζηνοβίας (Τζένη) Λιαλιούτη

Η Ζηνοβία (Τζένη) Λιαλιούτη είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ και συγγραφέας των βιβλίων: Ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα, εκδ. Ασίνη, Αθήνα 2016· Ο ‘άλλος’ Ψυχρός Πόλεμος. Η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία στην Ελλάδα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2019.

«Είχαμε διαβάσει την ένδοξη ιστορία της Ελλάδας στο σχολείο και στην ενήλικη ζωή μας και γνωρίζαμε ότι δυσκολευόταν να επιστρέψει στην κανονικότητα μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ξέραμε ότι ήταν στα Βαλκάνια αλλά δεν μας ήταν σαφές πού βρισκόταν ακριβώς σε σχέση με τις περισσότερο γνωστές Ευρωπαϊκές χώρες. Νιώθαμε λίγο ένοχοι για την άγνοιά μας αλλά ανακαλύψαμε αργότερα ότι και τα περισσότερα μέλη της Αποστολής είχαν την ίδια δυσκολία» θυμόταν, στη δεκαετία του 1970, ο Αμερικανός Σύμβουλος επί εργασιακών θεμάτων Alan Strachan περιγράφοντας την άφιξη της οικογένειάς του στην Ελλάδα το 1947.[1]  Στους επόμενους μήνες, ο Strachan θα διαπίστωνε ότι αυτό το έλλειμμα γνώσης γύρω από την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας θα ήταν μια σημαντική αδυναμία στο έργο της Αμερικανικής Αποστολής Βοήθειας προς την Ελλάδα.

Πέρα όμως από τη χρηστική αξία της ελληνικής ιστορίας στο πλαίσιο του τεχνοκρατικού σχεδιασμού της Αποστολής, οι Αμερικανικές προσλήψεις της ιστορικής διαδρομής του ελληνικού κράτους μπορούν να θεωρηθούν σαν ένα σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί σε άμεση συνάρτηση με το εγχείρημα οικοδόμησης κράτους που αναλαμβάνεται στην Ελλάδα στο πλαίσιο του Δόγματος Τρούμαν (1947) και του Σχεδίου Μάρσαλ. 

Ήδη, πριν τη διατύπωση του Δόγματος Τρούμαν, στη συγκυρία του 1946, αναδύεται στην αμερικανική θεώρηση η πρόσληψη της Ελλάδας ως ενός ατελούς κρατικού σχηματισμού και μιας κοινωνίας της οποίας τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα φαντάζουν σαν μία παράδοξη εναλλαγή φάσεων, οι οποίες τροφοδοτούν και προκύπτουν από έναν κύκλο κρίσεων. Στη συνοπτική παρουσίαση της ελληνικής ιστορίας που δόθηκε ως προπαρασκευαστικό υλικό στα μέλη της Συμμαχικής Αποστολής Παρακολούθησης των Εκλογών, τονιζόταν η απόκλιση της Ελλάδας από τις «προηγμένες δυτικές δημοκρατίες». Στα επόμενα χρόνια, ο κατακερματισμός των πολιτικών δυνάμεων και η αδυναμία διαμόρφωσης ενός δικομματικού συστήματος εκλαμβανόταν από τους Αμερικανούς ως έκφανση της ανωριμότητας της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Εικόνα 36

Κεντρικό στοιχείο στις αντιλήψεις των Αμερικανών αξιωματούχων, οι οποίοι συμμετείχαν στην υλοποίηση του αμερικανικού σχεδίου βοήθειας προς την Ελλάδα, όπως ανιχνεύονται στην επίσημη και προσωπική τους αλληλογραφία, στις προσωπικές τους καταγραφές, καθώς και στο υλικό τεκμηρίωσης που πλαισιώνει το έργο των εν Ελλάδι Αποστολών, αποτελεί η πεποίθηση πως ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός αποκλίνει από τον δυτικό, νεωτερικό κανόνα. Η απόκλιση αυτή ερμηνεύει, στις σχετικές αναλύσεις, την ελληνική υστέρηση ως προς τη λειτουργία της φιλελεύθερης δημοκρατίας και οικονομίας.

Αξίζει να παρατηρηθεί ότι σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται μία σημαντική αντίφαση σε σχέση με τον επίσημο, δημόσιο λόγο των Αμερικανών αξιωματούχων στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, στο πλαίσιο του οποίου η Ελλάδα αποτελεί σταθερά το λίκνο της δημοκρατίας και συστατικό στοιχείο της έννοιας της Δύσης που αντιδιαστέλλεται προς τον ολοκληρωτικό εχθρό.

Στον πυρήνα των αμερικανικών θεωρήσεων περί της ελληνικής ιστορίας βρίσκεται το κράτος και ο ελληνικός χαρακτήρας. Η πρόσληψη του τελευταίου προκύπτει από ένα σχήμα αλληλεπίδρασης μεταξύ ενδημικής φτώχειας, η οποία χαρακτηρίζει την ελληνική επικράτεια, και γεωπολιτικής. Για τους Αμερικανούς, οι Έλληνες θεωρούνται ως ακραία ατομικιστές, με ευμετάβλητο χαρακτήρα και αδυναμία διαμόρφωσης σχεδίων με μακροπρόθεσμη στόχευση, καθώς και με ροπή προς τον αυτοσχεδιασμό.

Η ελληνική πολιτική ιστορία κατανοείται ως μία διαρκής εναλλαγή κρίσεων και μεταβολών που δεν καταλήγουν όμως σε μια ευθύγραμμη διαδικασία εκσυγχρονισμού, κατά την αμερικανική οπτική. Η αντίληψη αυτή πλαισιώνεται από πολιτισμικά στερεότυπα και ερμηνευτικά φίλτρα, όπως είναι ο βαλκανικός εξαιρετισμός και ο οριενταλισμός, αλλά και εθνικά αυτό-στερεότυπα για τον αμερικανικό χαρακτήρα ως φορέα προόδου και αποτελεσματικότητας.

Δεύτερο σημαντικό στοιχείο που επανέρχεται στις αμερικανικές προσλήψεις της ελληνικής ιστορίας είναι η πεποίθηση ότι η θέση της Ελλάδας στο διεθνές περιβάλλον παραπέμπει σε μια άτυπη αποικιακή συνθήκη, η οποία έχει βαθιά επίδραση στην ελληνική κοινωνία και πολιτική, καθώς και στη διαμόρφωση του ελληνικού εθνικού χαρακτήρα. «Ιστορικά, η στρατηγική θέση της Ελλάδας την έκανε πιόνι των Μεγάλων Δυνάμεων, δημιουργώντας στην Αθήνα μια ατμόσφαιρα ίντριγκας και διαφθοράς» αναφερόταν στην ενημέρωση που λάμβανε ο Αρχηγός της Αμερικανικής Αποστολής, Ντουάιτ Γκρίζγουολντ στα 1947[2].

Συνολικά, οι προσλήψεις της ελληνικής ιστορίας λειτουργούν συμπληρωματικά προς τον υποτιθέμενα μη πολιτικό, τεχνοκρατικό χαρακτήρα της αμερικανικής βοήθειας. Η θέση περί της καχεξίας της ελληνικής κρατικής δομής αποτελεί το συνδετικό στοιχείο μεταξύ των χρησιμοποιούμενων ερμηνευτικών σχημάτων της ελληνικής ιστορίας και της αιτιολόγησης της συγκεκριμένης μορφής που πήρε η υλοποίηση του αμερικανικού σχεδίου βοήθειας.

Εν τέλει, η ελληνική ιστορία είναι συγχρόνως απούσα και παρούσα στο έργο των Αμερικανικών Αποστολών: ενώ απουσιάζει ως πλαίσιο κατάρτισης του Αμερικανικού σχεδίου βοήθειας, εμφανίζεται ως ερμηνευτικός παράγοντας της μη ευόδωσης αυτού του σχεδίου κατά τα προσδοκωμένα.

11

[1] Πηγή: Βιβλιοθήκη Τρούμαν, Αρχείο Alan Strachan.

[2] Πηγή: Βιβλιοθήκη Τρούμαν, Αρχείο Dwight Griswold.

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος