Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Μελέτη του Ομότιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, κ. Νικόλαου Κλαμαρή για την Πολιτική Δικονομία

Νικόλαος Κ. Κλαμαρής

Καθηγητής (ομότιμος) της Νομικής Σχολής του

Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο-Επίτιμος Διδάκτωρ

Νομικής του Πανεπιστημίου Freiburg I. Br. (Γερμανίας)

Ο K.J.A.Mittermaier για την Πολιτική Δικονομία («Cesetzbuch ueber das Civil – Verfahren») του 1834 και τον Οργανισμό Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων («Gerichts – und Notariatsordnung») του 1834.

[Δύο χαρακτηριστικοί δικονομικοί νόμοι –με διεθνή απόηχο ήδη από το έτος 1836– ως αντικείμενα της επιστημονικής έρευνας στο πεδίο της ιστορίας του δικονομικού δικαίου και του συγκριτικού δικονομικού δικαίου][1].

1. Αποτελεί ένα αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός –και το οποίο εξ αυτού του λόγου χρήζει ιδιαίτερης επισημάνσεως– ότι το συνολικό νομοθετικό έργο του Georg Ludwig von Maurer απέδειξε εκ των πραγμάτων, ότι είχε μία σπάνια ικανότητα, δύναμη και διάρκεια επιβιώσεως και ισχύος, την οποία δεν μπορούσε ουδείς να φανταστεί κατά την εποχή της συντάξεως των αντιστοίχων Κωδίκων και κατά την εποχή που άρχισε η έναρξη της ισχύος τους. Είναι χαρακτηριστικό, ότι και οι 4 Κώδικες – Πολιτική Δικονομία, Οργανισμός Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων, Ποινικός Κώδικας και Ποινική Δικονομία –ίσχυσαν και επέζησαν– βεβαίως με τις ενδιάμεσες αναπόφευκτες και αναγκαίες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις και παρεμβάσεις– πάνω από 100 χρόνια. Εκείνο μάλιστα το νομοθετικό έργο του Maurer που επέζησε περισσότερο από όλα τα άλλα ήταν ο Οργανισμός Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων («Gerichts -und Notariatsordnung») του έτους 1834, ο οποίος ως προς ορισμένες μεμονωμένες ρυθμίσεις του εξακολούθησε μάλιστα να ισχύει ακόμα και μέχρι το έτος 1989 (οπότε και καταργήθηκε ολοκληρωτικώς ως προς όλα τα άρθρα του)[2].

Ιδιαιτέρως μεγάλη διάρκεια ισχύος είχε και η Πολιτική Δικονομία («Gesetzbuch ueber das Civil-Verfahren») 1834, η οποία ίσχυσε από το έτος 1835 μέχρι (βεβαίως με πολλές ενδιάμεσες παρεμβληθείσες νομοθετικές τροποποιήσεις/ μεταρρυθμίσεις/παρεμβάσεις) το έτος 1968 (οπότε και καταργήθηκε σε όλη της την έκταση από το νέο ΚΠολΔ, ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 16 Σεπτεμβρίου 1968). Αλλά και τα άλλα δύο αδελφά, με τα δύο προηγούμενα, νομοθετήματα που συνετάγησαν από τον Maurer και αφορούσαν το Ποινικό Δίκαιο και την Ποινική Δικονομία ίσχυσαν για πάνω από 100 χρόνια (αν και κατά τι λιγότερο σε σύγκριση με την Πολιτική Δικονομία 1834 και τον Οργανισμό Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων). Έτσι η μεν Ποινική Δικονομία («Gesetzbuch ueber das Stafverfahren») της 10ης/22ας Μαρτίου 1834 άρχισε να ισχύει την 25ην Ιανουαρίου/6ην Φεβρουαρίου 1835 και ίσχυσε μέχρι την 1ην Ιανουαρίου 1951, οπότε και τέθηκε σε ισχύ ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Ν. 1493 από 17/17 Αυγούστου 1950), ενώ ο Ποινικός Νόμος («Strafgesetzbuch des Koenigreiches Griechenland») της 18ης/30ης Δεκεμβρίου 1833, ο οποίος τελικώς άρχισε να ισχύει το Σεπτέμβριο 1835 και ίσχυσε μέχρι το έτος 1950, οπότε και τέθηκε σε ισχύ ο νέος Ποινικός Κώδικας (Ν. 1492 από 17/7 Αυγούστου 1950).

2. Ο αείμνηστος Δάσκαλός μου ο Καθηγητής Γεώργιος Γ. Μητσόπουλος επανειλημμένως έχει τονίσει στις διάφορες κατά καιρούς μελέτες του με ειδική αναλυτική βεβαίως αναφορά στην Πολιτική Δικονομία 1834 («Gesezbuch uber das Civil-Verfahren»), «ότι εν λόγω Κώδιξ ήτο το αρτιώτερον ευρωπαϊκόν νομοθέτημα δια την εποχήν του», και αποτελούσε «σύνθεσιν γερμανικών και γαλλικών ιδεών και εξέφραζε κατά τον επιτυχέστερον τρόπον τας, τότε, κρατούσας επιστημονικάς και νομοθετικοπολιτικάς τάσεις εξ επόψεως συστήματος απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης»)[3]. Και μάλιστα ο Γ. Μητσόπουλος στο κλασικό σύγγραμμά του με τίτλο «Πολιτική Δικονομία» επισήμανε ως προς την Πολιτική Δικονομία 1834 και το συντάκτη αυτήςG.-L. von Maurer επί λέξει και τα ακόλουθα: «Ορθώς ετόνιζεν ο συντάκτης του Κώδικος, εν τω βιβλίω αυτού <Ο Ελληνικός Λαός>, ότι ο υπ’ αυτού συνταχθείς Κώδιξ Πολιτικής Δικονομίας ήτο απλούστερος, σαφέστερος και πληρέστερος οιουδήποτε άλλου εκ των τότε ισχυόντων»[4].

3. Ως γνωστόν ο (με βάση το πλήρες όνομά του) Georg Ludwig Ritter von Maurer –Γεώργιος Λουδοβίκος Ιππότης του Μάουρερ– ως μέλος της τριμελούς Βαυαρικής Αντιβασιλείας ήταν αποκλειστικώς αρμόδιος για το νομοθετικό έργο και για τη σύνταξη των νόμων του τότε Ελληνικού Κράτους. Η βασική, ουσιαστική και θεμελιώδης συμβολή του Μάουρερ υπήρξεν η σύνταξη των ως άνω 4 Κωδίκων, οι οποίοι δημοσιεύθηκαν ταυτοχρόνως στη Γερμανική και στην Ελληνική γλώσσα. Είναι αυτονόητο, ότι και οι 4 αυτοί Κώδικες είχαν και εξακολουθούν να έχουν μία πολύ σημαντική επιστημονική σημασία για την ιστορία και την ιστορική εξέλιξη του δικονομικού δικαίου στο σύνολό του και για το συγκριτικό δικονομικό δίκαιο. Όλα τα ως άνω νομοθετήματα διατυπώθηκαν μεν στη γλώσσα του συντάκτου τους, δηλαδή στα γερμανικά, πλην όμως οι νομοθετικές πηγές τους και τα νομοθετικά πρότυπα δεν είναι αποκλειστικώς γερμανικής προελεύσεως.

4. Η κατανόηση των ιδεολογικών θεμελίων, των ιδεολογικών κατευθύνσεων και των σκοπών που εκφράζουν –και στην πραγμάτωση και εκπλήρωση των οποίων εν τέλει και αποσκοπούν– οι 4 Κώδικες του Maurer προϋποθέτει την προσέγγιση της προσωπικότητας του Maurer, των νομικοϊδεολογικών του πεποιθήσεων, των σπουδών του και της επιστημονικής και επαγγελματικής του δραστηριότητας μέχρι την άφιξή του στην Ελλάδα ως μέλους της τριμελούς Βαυαρικής Αντιβασιλείας.

4.1. Ο Maurer σπούδασε νομικά στη – διάσημη από τότε– Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελμβέργης, όπου και παρακολούθησε (και) τις παραδόσεις των διασήμων νομοδιδασκάλων Thibaut και Zachariae (Carl Salomon Zachariae v. Lingenthal)[5]. Μετά τη λήψη του πτυχίου νομικής από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης ο Maurer –ακολουθώντας εν προκειμένω, όπως έχει επισημανθεί, το παράδειγμα του Savigny και του Grimm[6]– μετέβη για περαιτέρω νομικές σπουδές στην –επίσης διάσημη– Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Παρισίων, όπου εκεί είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του Daniels, ενός εκ των τότε διασημοτέρων και σημαντικοτέρων Καθηγητών Νομικής στη Γαλλία.

4.2. Οι σε δύο –από πλευράς ιδεών– διαφορετικές Νομικές Σχολές –Νομική Σχολή Χαϊδελβέργης και Νομική Σχολή Παρισίων– νομικές σπουδές του Maurer και η εξ αυτού του λόγου πολύπλευρη επιστημονική του κατεύθυνση και εξειδίκευση/εξοικείωση συνέβαλαν, ώστε ο Maurer να γνωρίζει στον άριστο βαθμό το γερμανικό –και ιδίως βεβαίως και το βαυαρικό– δίκαιο, αλλά και το γαλλικό δίκαιο, το οποίο βέβαια τότε είχεν ως νομοθετικό θεμέλιο τη μεγαλειώδη Ναπολεόντια Νομοθεσία (της οποίας η παγκόσμια ακτινοβολία είναι αντιληπτή μέχρι και σήμερα). Ακριβώς λόγω αυτής της επιστημονικής του ειδικεύσεως ανατέθηκε στη συνέχεια στο Maurer η οργάνωση της Δικαιοσύνης και γενικότερα η νομική οργάνωση στην «αριστερά του ποταμού Ρήνου» περιοχή της Βαυαρίας[7]. Ο Maurer προέβη στην οργάνωση της Δικαιοσύνης και γενικότερα στη νομική οργάνωση αυτής της περιοχής με βάση τις θεμελιώδεις αρχές του Γαλλικού Δικαίου[8]. Ειδικότερα ο Maurer υιοθετούσε το σύστημα της δημόσιας και προφορικής διεξαγωγής δίκης της Ναπολεόντιας Νομοθεσίας και όχι το σύστημα της έγγραφης διεξαγωγής δίκης[9].

Στη συνέχεια –και πάλι λόγω της παράλληλης/ταυτόχρονης εξειδικεύσεως του Maurer τόσο στο γαλλικό δίκαιο, όσο και στο γερμανικό δίκαιο– εξελέγη ο Maurer –το έτος 1826– Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονάχου για το γαλλικό και για το γερμανικό δίκαιο.

5. Αυτή η διττή επιστημονική καταγωγή και επιρροή του Maurer από το γαλλικό και το γερμανικό δίκαιο –και ειδικότερα το βαυαρικό– και ο αντίστοιχος προς αυτές τις επιστημονικές καταβολές επιστημονικός διπολισμός του Maurer επεξηγούν και διαφωτίζουν πλήρως το λόγο για τον οποίο από τη γραφίδα και τα χέρια του Maurer προήλθε μεν μια στη γερμανική γλώσσα –ως μητρική γλώσσα του κατά κυριολεξία συντάκτου αυτής, δηλαδή του Maurer– συνταχθείσα νομοθεσία αφενός για την Πολιτική Δικονομία και αφετέρου για τον Οργανισμό Δικαστηρίων, πλην όμως μία νομοθεσία με ιδιαιτέρως μεγάλη επιρροή (από ποσοτικής και ποιοτικής επόψεως) από την αντίστοιχη γαλλική δικονομική Νομοθεσία και Θεωρία

Θα μπορούσε εν προκειμένω να λεχθεί, ότι και τα δύο αυτά νομοθετικά έργα του Maurer, δηλαδή τόσο η Πολιτική Δικονομία 1834, όσο και ο Οργανισμός Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων 1834, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «ένας γερμανόφωνος νόμος με έντονο γαλλικό πνεύμα για την Ελλάδα». Η «γλώσσα», ή αντιστοίχως η γραφή αποδείχθηκαν τελικώς ισχυρότερες από το «πνεύμα» ή αντιστοίχως το «άρωμα», διότι στη συνέχεια –και ειδικότερα τόσο στις επόμενες δεκαετίες, όσο και πολύ αργότερα και μάλιστα μέχρι σήμερα– η δικονομική νομοθεσία του Maurer συνέβαλε επίσης –τελικώς, διαρκώς και κυρίως– στην εγγύτερη επιστημονική διαλεκτική προσέγγιση και συζήτηση της Ελληνικής Δικονομικής Επιστήμης με τη Γερμανική Δικονομική Επιστήμη[10].

Βεβαίως και με τη Γαλλική Νομολογία και Θεωρία υπήρχε και υπάρχει πάντοτε μια σοβαρή διασύνδεση και επαφή, αλλά σε σύγκριση με την επαφή μεταξύ της Ελληνικής Δικονομικής Επιστήμης η διασύνδεση της Ελληνικής Δικονομικής Επιστήμης με τη Γαλλική Δικονομική Επιστήμη με την πάροδο του χρόνου μειώθηκε συγκριτικά από πλευράς ποσοτικής εκτάσεως και ποιοτικής εντάσεως. Ασφαλώς και άλλοι παράγοντες οδήγησαν στο αποτέλεσμα αυτό, όπως λ.χ. το γεγονός αφενός, ότι ο πρώτος Καθηγητής της Πολιτικής Δικονομίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών –τότε Οθωνείου Πανεπιστημίου– ήταν ένας Γερμανός οGottfried Feder, ενώ μετά το 1850 Καθηγητής (και) της Πολιτικής Δικονομίας ήταν ο –και ιδρυτής με την κατά κυριολεξία έννοια του όρου της Ελληνικής Επιστήμης (και) του Αστικού Δικονομικού Δικαίου (δηλαδή της Πολιτικής Δικονομίας) – Βασίλειος Τρύφωνος Οικονομίδης, ο οποίος είχε σπουδάσει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονάχου (και ήταν Διδάκτωρ Νομικής του ως άνω Πανεπιστημίου).

6. Τόσο η Πολιτική Δικονομία («Gesetzbuch ueber das Civil-Verfahren», του 1834, όσο και ο Οργανισμός Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων («Gerichts -und Notariatsordnung») του 1834 είχαν μια ιδιαίτερα σημαντική και ευρεία δημοσιότητα και επιστημονική απήχηση στους αλλοδαπούς επιστημονικούς κύκλους και πιο συγκεκριμένα, όπως είναι λογικό (αφενός λόγω της εθνικότητας του συντάκτου αυτών, όσο και της γλώσσας στην οποία συντάχθηκαν οι ως άνω νόμοι), στο γερμανόφωνο επιστημονικό χώρο. Είναι μάλιστα άξιο θαυμασμού το γεγονός, ότι παρά τις τότε ιδιαιτέρως σημαντικές δυσχέρειες ως προς τις δυνατότητες επικοινωνίας οι επιστημονικής φύσεως συζητήσεις και ανταλλαγές απόψεων ήταν συχνές, διαρκείς και κατεδείκνυαν την επιστημονική σοβαρότητα και την επιστημονική βαρύτητα των σχετικών συζητήσεων. Εν προκειμένω μάλιστα, όσον αφορά τα δύο ως άνω –με έναρξη ισχύος στο Ελληνικό Κράτος το έτος 1835– νομοθετήματα του Maurer, είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό, ότι αποτέλεσαν αντικείμενο προβολής και επιστημονικής αναλύσεως στο διάσημο από το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα νομικό περιοδικό «Kritische Zeitschrift für Rechtswissenschaft und Gesetzgebung des Auslands»[11], του οποίου εκδότες ήταν δύο από τους διασημότερους Νομικούς όλων των εποχών, δηλαδή αφενός ο Karl Joseph Anton Mittermaier και αφετέρου ο Zachariä von Lingenthal, καθώς επίσης και στο από τότε επίσης διάσημο νομικό περιοδικό «Archiv für die Civilistische Praxis»[12]. Ειδικότερα στο νομικό περιοδικό «Kritische Zeitschrift für Rechtswissenschaft und Gesetzgebung des Auslands» του έτους 1835 (σελ. 150 επ.) δημοσιεύθηκε μία ειδική μελέτη με αντικείμενο την επιστημονική παρουσίαση και ανάλυση του Οργανισμού Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων [«Gerichts-und Notariatsordnung des Königreichs Griechenland vom 2. Februar (21. Januar) 1834»]. Συγγραφεύς της ως άνω μελέτης ήταν ο Mittermaier[13]. Επίσης στο περιοδικό «Archiv für die Civilistische Praxis» (του έτους 1836) δημοσιεύθηκε και πάλι μία ειδική μελέτη με αντικείμενο την επιστημονική παρουσίαση και ανάλυση της Πολιτικής Δικονομίας («Gesetzbuch ueber das Civil-Verfahren») με συγγραφέα επίσης τον Mittermaier[14]. Και οι δύο αυτές επιστημονικές ενασχολήσεις –στο πλαίσιο των αντιστοίχων μελετών– του Mittermaier ως προς τους από τον Maurer συνταχθέντας νόμους και ειδικότερα την Πολιτική Δικονομία 1834 και τον Οργανισμό Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων 1834 δεν (φαίνεται να) είχαν επισημανθεί μέχρι προ τινος στη σχετική για τον Maurer και το νομοθετικό του έργο, ιδίως Ελληνική, βιβλιογραφία και για πρώτη φορά επισημάνθηκαν στη μελέτη μου –με τίτλο «Das griechische <Gesetzbuch über das Civil-Vefahren> (1834) und die griechische <Gerichts –und Notariatsordnung> 1834» – η οποία δημοσιεύθηκε με τη μορφή προλόγου στην επανέκδοση το έτος 2001 των ως άνω δύο νόμων του Maurer[15]. Και οι δύο αυτές μελέτες του Mittermaier ως προς τη Νομοθεσία του Maurer –άγνωστες, όπως λέχθηκε, μέχρι το 2001 στην αντίστοιχη ελληνική βιβλιογραφία– καταδεικνύουν με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο την ιδιαίτερη επιστημονική σημασία και αναγνώριση που είχεν η ως άνω νομοθεσία του Maurer στη διεθνή επιστημονική Κοινότητα.

7. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα από την οπτική γωνία της τότε επίκαιρης κριτικής θεωρήσεως και αξιολογήσεως αμφοτέρων των ως άνω δύο νόμων είναι κυρίως οι ακόλουθες σκέψεις και παρατηρήσεις του Mittermaier, ο οποίος σχετικώς ως προς την «Πολιτική Δικονομία» 1834 («Gesetzbuch über das Civil-Verfahren») είχεν επισημάνει[16] τα ακόλουθα: «Επίσης η Πολιτική Δικονομία του Βασιλείου της Ελλάδος βασίζεται σε μιαν μείξη της προφορικής διαδικασίας  με την έγγραφη και βεβαίως ευχερώς διαπιστώνει κάποιος, ότι στους συντάκτες αιωρείτο προ οφθαλμών ο συχνά επί λέξει αντιγραφής γαλλικός Κώδικας της Πολιτικής Δικονομίας, ενώ ως προς την έγγραφη διαδικασία, η οποία θεσπίσθηκε, τέθηκαν ως βάση τα Νομοσχέδια της Βαυαρίας τω ετών 1827 και 1831, τα οποία είχαν υποβληθεί στα Νομοθετικά Σώματα, τα οποία όμως δεν είχαν τεθεί προς συζήτηση. Ο Νόμος (αποτελούμενος από 1101 άρθρα) ομοιάζει κατά πολύ με ένα γερμανικό Νόμο, όπου αναλύονται οι έννοιες π.χ. της Νομιμοποιήσεως ως προς την ουσία (§ 68), Προσεπίκληση (69), Ομοδικία (70). Δεν λείπουν επίσης ορισμοί τους οποίους ο Νόμος δανείσθηκε από το Βαυαρικό Σχέδιο του 1831, στο οποίο όμως λόγω της αοριστίας της έννοιας ο δικαστής δεν γίνεται πιο έξυπνος π.χ. τι είναι Πασίδηλο ή Γνωστό στο Δικαστήριο (Ελληνικός Νόμος Άρθρο 246, 247 και πρβλ. με το Βαυαρικό Σχέδιο 212»[17]. Ο Mittermaier επισημαίνει επιπροσθέτως και τα ακόλουθα: «Παντού διαπιστώνει κανείς την προσπάθεια να συνδυασθεί η προφορική (γαλλική) με την έγγραφη διαδικασία (βαυαρική) κατά το πρότυπο του Βαυαρικού Νομοσχεδίου. Κατά πόσο με τον τρόπο αυτό η Δίκη κέρδισε σε απλότητα και ταχύτητα, θα μπορούσε κανείς να αμφιβάλλει πολύ, αν και θα μπορούσε κανείς χωρίς πάθος να αναγνωρίσει, ότι ο Νόμος περιέχει μερικές ουσιαστικές βελτιώσεις του Γαλλικού Κώδικα σε μεμονωμένες διατάξεις και κατά τούτο είναι βεβαίως άξιος προσοχής»[18].

8. Ασφαλώς πολύ –και κατά κύριο λόγο– ενδιαφέρουσες και σημαντικές/ κρίσιμες για την επιστημονική έρευνα και στη σημερινή εποχή μας είναι βεβαίως οι σχετικές πολύ αναλυτικές σκέψεις και παρατηρήσεις του ιδίου G.-L.V. Maurer στο εντυπωσιακό και μοναδικό στο είδος του συγγράμμά του με τίτλο «Das griechische Volk in öffentlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31 Juli 1831»[19]. Η μεγάλη διάρκεια ισχύος και των δύο αυτών Νόμων/Κωδίκων –αφενός της Πολιτικής Δικονομίας 1834 και αφετέρου του Οργανισμού Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων 1834 –αποδεικνύουν– και αυτό θα έπρεπε ιδιαιτέρως να επισημανθεί και να εξαρθεί –την επιστημονική και πρακτική μακρόχρονη αναγνώριση και αποδοχή (της ορθότητας) των ρυθμίσεων των δύο ως άνω Νόμων/Κωδικών, αλλά και την υψηλή νομοθετική και επιστημονική ποιότητα του αντιστοίχου νομοθετικού έργου τουMaurer. Αυτό βεβαίως δεν (πρέπει να) σημαίνει, ότι οι ως άνω δύο Νόμοι/Κώδικες δεν είχαν –ή δεν εμφάνισαν κατά τη μακρόχρονη πορεία/διάρκεια της ισχύος τους –μειονεκτήματα, τα οποία μάλιστα τονίσθηκαν και κατά τα πρώτα χρόνια μετά την έναρξη της ισχύος τους, αλλά και μεταγενέστερα, ή ότι δεν ασκήθηκε και κριτική εναντίον τους, όπως λ.χ. από τον Αλερίνο Πάλμα κατά της Πολιτικής Δικονομίας 1834 ήδη λίγο μετά από την έναρξη ισχύος της Πολιτικής Δικονομίας 1834[20]. Ασφαλώς πάντως ιδιαίτερη σημασία για το νομοθετικό έργο του Maurer, ιδίως δε για την Πολιτική Δικονομία 1834 έχουν –ιδίως από την οπτική γωνία της τότε, δηλαδή κατά την πρώτη περίοδο της ισχύος της Πολιτικής Δικονομίας 1834, σύγχρονης με την Πολιτική Δικονομία 1834 δικονομικής βιβλιογραφίας οι απόψεις, τις οποίες διατύπωσε ο ιδρυτής της Ελληνικής Επιστήμης του Αστικού Δικονομικού Δικαίου Βασίλειος Τρ. Οικονομίδης ήδη στην πρώτη έκδοση του κλασικού και μοναδικού για την ευρύτητα των ιδεών και των σκέψεών του –είτε αυστηρώς δικονομικών, είτε γενικωτέρων– διασήμου συγγράμματός του για την Πολιτική Δικονομία που γαλούχησε γενεές Ελλήνων Νομικών[21]. Σε κάθε περίπτωση η ως άνω Νομοθεσία του G.L.v.Maurer, αλλά και ο ίδιος ο Maurer, αξίζουν και δικαιούνται ακόμη και σήμερα για το υπεράνθρωπο και ποιοτικά υψηλοτάτου επιστημονικού και νομοτεχνικού/νομοθετικού επιπέδου νομοθετικό έργο έναν απεριόριστο έπαινο. Είναι μάλιστα εν προκειμένω ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό, ότι ένας από τους πλέον έγκυρους –σε βάθος και σε πλάτος– γνώστες και ερευνητές εκείνης της εποχής –και ο οποίος μάλιστα άσκησε και κριτική στις νομοθετικές, νομικο-ιδεολογικές και μεθοδολογικές επιλογές του Maurer, όπως αυτές εκφράζονται στο σύνολο, αλλά και στις επί μέρους διατάξεις του Νομοθετικού Έργου του Maurer –ο Καθηγητής της Ιστορίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νικόλαος Πανταζόπουλος, επισημαίνει στη γνωστή, ιδιαιτέρως πρωτότυπη, μεγαλειώδη κλασική μονογραφία του για τον G.-L.v.Maurer τα ακόλουθα: «Ο μελετητής της περιόδου ταύτης είναι δυνατόν να συμφωνή ή διαφωνή ως προς την υπό του Maurer ασκηθείσαν εις τα εσωτερικά της Ελλάδος Πολιτικήν. Δεν δύναται όμως ως καλόπιστος κριτής, να αρνηθή ότι ούτος ηργάσθη υπερανθρώπως με ενθουσιασμόν και επί τη βάσει μεθοδικώς καταστρωθέντος προγράμματος, δια την κατά την κρίσιν του επίλυσιν των φλεγόντων προβλημάτων της Ελλάδος και κυρίως του νομοθετικού»[22]. Και εξ αυτού του λόγου δικαιολογείται ακόμη περισσότερο το συμπέρασμα, ότι η σημασία και η αξία της Νομοθεσίας –και ειδικότερα της Πολιτικής Δικονομίας 1834 και της του Οργανισμού Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων 1834– του G.-L.v. Maurer[23] δεν περιορίζεται μόνο στην ώθηση που έδωσε για την γένεση και άνθηση της Ελληνικής Επιστήμης του Αστικού Δικονομικού Δικαίου στο σύνολό του, αλλά, αποτελεί και μία ιδιαιτέρως σημαντική συμβολή στη νεώτερη ιστορία του δικονομικού δικαίου και στο συγκριτικό δικονομικό δίκαιο[24].


[1] Η παρούσα μελέτη αποτελεί αφενός μεν τμήμα ευρύτερης (από καιρό προετοιμαζόμενης) μελέτης μου για τη Νομοθεσία (ιδίως της Πολιτικής Δικονομίας 1834 και του Οργανισμού Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων 1834) του Maurer (και υπ’ αυτήν την έννοια αποτελεί προεισαγωγική συνοπτική «προδημοσίευση» της ευρύτερης δημοσιευθησομένης μελλοντικής αντίστοιχης μελέτης μου), αφετέρου δε, όσον αφορά τη συγκεκριμένη της, εδώ δημοσιευμένη (από πλευράς εκτάσεως αυτής), διάσταση, όπως δηλαδή δημοσιεύεται εν προκειμένω, ακριβή (από πλευράς κατά γράμμα και κατ’ έννοια μεταφράσεως αυτής) απόδοση στην ελληνική γλώσσα του κειμένου και των (τότε) υποσημειώσεων της αντίστοιχης μελέτης μου, η οποία –πριν από 21 χρόνια– πρωτοδημοσιεύθηκε (το έτος 2001) στα γερμανικά με τίτλο «Das griechische <Gesetzbuch über das Civil-Verfahren> (1934) und die griechische <Gerichts-und Notariatsordnung> (1823)» και με υπότιτλο «[Zwei Musterobjekte der wissenschaftlichen Forschung auf dem Gebiet der Prozessrechtsgeschichte und der Prozessrechtsvergleichung]», (ως πρόλογος) στο έργο: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Παράρτημα του 13 Αριθ. της εφημερίδος), GERICHTS-UND NOTARIATS-ORDNUNG (Beilage zu Nr. 13 des Regierungsblattes). ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ (Παράρτημα του 22 Αριθμού της εφημερίδος), GESETZBUCH UEBER DAS CIVIL-VERFAHREN (Beilage zu Nr. 22. des Regierungsblattes), 1834, ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩΙ, ΕΚ ΤΟΥ ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ, ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ, NEUDRUCK DER ORIGINALAUSGABE, Mit einem Vorwort von Prof. Dr. Nikolaos K. Klamaris, σελ. IX-XVI. Στην παρούσα στα ελληνικά απόδοση της ως άνω αντίστοιχης στα γερμανικά μελέτης μου έχουν μεταφρασθεί και οι αντίστοιχες υποσημειώσεις της γερμανικής μελέτης μου, ενώ ούτε έχει προστεθεί νέο κείμενο, ούτε έχουν προστεθεί άλλες υποσημειώσεις και παραπομπές (που όμως θα προστεθούν/περιληφθούν στη μελλοντική ευρύτερη μελέτη μου). Η μελέτη αυτή –στα γερμανικά –πρωτοδημοσιεύθηκε ως πρόλογος στην επανέκδοση –το έτος 2001– του αρχικού (πρωτοτύπου) κειμένου των αντιστοίχων Νόμων του Maurer «Οργανισμός των Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων (Παράρτημα του 13 Αριθμ. της εφημερίδας)» και «Πολιτική Δικονομία (Παράρτημα του 22 Αριθμού της εφημερίδας)». Η επανέκδοση του 2001 έγινε από τον Εκδοτικό Οίκο «Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα» μετά από δική μου (τότε) σχετική πρωτοβουλία και πρόταση προς τον ως άνω Εκδοτικό Οίκο με την ευκαιρία του οργανωθέντος (τότε) –από τη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και από το Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών σε συνεργασία με την Επιστημονική Ένωση Διεθνούς Δικονομικού Δικαίου– Διεθνούς Συνεδρίου Δικονομικού Δικαίου, το οποίο διεξήχθη στην Αθήνα το Σεπτέμβριο 2001 (23.9.2001-29.7.2001). Μάλιστα ειδικώς η «Πολιτική Δικονομία» 1834 είχεν επανεκδοθεί από τον ίδιον ως άνω Εκδοτικό Οίκο το έτος 1987 και για το (τότε) –από τη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και το Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών σε συνεργασία με την Επιστημονική Ένωση Διεθνούς Δικονομικού Δικαίου– οργανωθέν Διεθνές Δικονομικό Συνέδριο του Ναυπλίου (5-10 Οκτωβρίου 1987).

[2] Βλ. και N.K.Klamaris, Das neue griechische Gerichtsverfassungsrecht oder «Die Rache der Wittelsbacher», στο συλλογικό έργο Festschrift für W.-J. Habscheid zum 65. Geburtstag, 1989, σελ. 161-166.

[3] Γ.Μητσόπουλος, Πολιτική Δικονομία, Τόμος Α΄, Αθήναι, 1972, σελ. 46.

[4] Γ.Μητσόπουλος, ό.π., σελ. 46/47.

[5] Βλ. K. Dickopf, Georg Ludwig von Maurer, 1790-1872, Eine Biographie, 1960, σελ. 5 επ.

[6] Κ.Dickopf, ό.π., σελ. 6.

[7] I.Wilharn, Die Anfänge des griechischen Nationalstaates 1833-1843, 1973, σ. 85.

[8] Ι.Wilharn, ό.π.· K.Dickopf, ό.π., σ. 7 επ.

[9] Ι.Wilharn, ό.π.

[10] Βλ. R. Stürner, Das deutsche Zivilprozessrecht und seine Ausstrahlug auf andere Rechtsordnungen -von Deutschland aus gesehen, στο συλλογικό έργο: Das deutsche Zivilprozessrecht und seine Ausstrahlung auf andere Rechtsordnungen, 1991, σελ. 3 επ. Ειδικότερα για την επιρροή του γερμανικού αστικού δικονομικού δικαίου στο ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο βλ. και Κ. Beys, Die Ausstrahlug des deutschen zivilprozessualen Denkens auf das griechische Recht der Privatrechtsstreitigkeiten, ό.π., σελ. 300 επ., 306 επ.

[11] Κατ’ ελληνική απόδοση (από το συγγραφέα αυτής της μελέτης): «Κριτική Επιθεώρηση για τη Νομική Επιστήμη και τη Νομοθεσία της Αλλοδαπής».

[12] Κατ’ ελληνική απόδοση (από το συγγραφέα αυτής της μελέτης): «Αρχείο για την Πράξη του Αστικού Δικαίου».

[13] Mittermaier, Kritische Zeitschrift für Rechtswissenschaft und Gesetzgebung des Auslands, 1835, σελ. 150 επ.

[14] Mittermaier, Über die Ergebnisse der legislativen Tätigkeit in Bezug auf Civilprozessgesetzgebung und Gerichtsorganisation seit 1834, Archiv für die Civilistische Praxis, 1836, σελ. 447 επ.

[15] Βλ.Ν.Klamaris, Das griechische <Gesetzbuch über das Civil-Verfahren> (1834) und die griechische <Gerichts-und Notariatsordnung> (1834)» [Zwei Musterobjekte der wissenschaftlichen Forschung auf dem Gebiet der Prozessrechtsgeschichte und der Prozessrechtsvergleichung], (ως πρόλογος) στο έργο: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Παράρτημα του 13 Αριθ. της εφημερίδος), GERICHTS-UND NOTARIATS-ORDNUNG (Beilage zu Nr. 13 des Regierungsblattes). ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ (Παράρτημα του 22 Αριθμού της εφημερίδος), GESETZBUCH UEBER DAS CIVIL-VERFAHREN (Beilage zu Nr. 22. des Regierungsblattes), 1834, ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩΙ, ΕΚ ΤΟΥ ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ, ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ, NEUDRUCK DER ORIGINALAUSGABE, Mit einem Vorwort von Prof. Dr. Nikolaos K. Klamaris, σελ. IX-XVI.

[16] Σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά από το συγγραφέα (αυτής της μελέτης).

[17] Mittermaier, ό.π., σ. 447 επ.: «Auch das Civilprozeßgesetzbuch für das Königreich Griechenland beruht auf einer Mischung des mündlichen Verfahrens mit dem schrifilichen, und zwar bemerkt man leicht, daß den Redactoren der häufig wörtlich kopierte franz. Code de proc. verschwebte, und bei dem schrifilichen Verfahren, das man vorschrieb, die in Baiern 1827 und 1831 den Kammern vorgelegten, aber nicht zur Diskussion genommenen Entwürfe zum Grunde gelegt wurden. -Das Gesetzbuch (aus 1101 Art. bestehend) gleicht weit mehr einem deutschem Gesetzbuche, wo die Begriffe z. B. von Legitimation zur Sache (§ 68), Aditation (69), Streitgenossenschaft (70) angeführt werden. Auch fehlt es nicht an Definitionen die das Gesetzbuch aus dem bair. Entwurf von 1831 entlehnte, bei welchen aber wegen der Unbestimmtheit des Begriffs der Richter nicht klüger wird, ζ. B was Gemeindekunding, Gerichtskundig. (Griech. Gesetz, Art. 246.7. ver gl. mit bair. Entw. 212)».

[18] Mittermaier, ό.π., σ. 450: «Überall bemerkt man das Streben mündliches (französisches) und schrifiliches Verfahren (baierisches) nach dem Vorbilde des bair. Entwurfs zu verbinden. Daß dadurch der Prozeß an Einfachheit und Schnelligkeit gewonnen habe, dürfte wohl sehr bezweifelt werden, obwohl man unpathetisch erkennen muß, daß das Gesetzbuch manche wesentliche Verbesserungen des franz. Gode in einzelnen Bestimmungen enthält, und in so fern wohl Beachtung verdient»

[19] Το κλασικό αυτό σύγγραμμα του Maurer κυκλοφόρησε και σε ελληνική μετάφραση. Ειδικότερα βλ. α).

[20] Α. Πάλμας, στη γνωστή –και πολύ σημαντική– μελέτη του (με έμφαση στην ελεύθερη και αμερόληπτη κριτική της ισχύουσας Πολιτικής Δικονομίας του έτους 1834), η οποία δημοσιεύθηκε στην Ερμούπολη Σύρου το έτος 1840: Αλερίνου Πάλμα, Ελευθέρα και αμερόληπτος εξέτασις της εν ισχύι Πολ. Δικονομίας του 1834 έτους, Ερμούπολις 1840.

[21] Β.Τρ. Οικονομίδου, Εγχειρίδιον της Πολιτικής Δικονομίας, Αθήνησι, Τόμος Πρώτος, 1855, Τόμος Δεύτερος, 1857, σελ. 22 επ.

[22] Ν.Ι.Πανταζόπουλος, Georg Ludwig von Maurer, Η προς ευρωπαϊκά πρότυπα ολοκληρωτική στροφή της Νεοελληνικής Νομοθεσίας, Επιστημονική Επετηρίς Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών, τ. ΙΙ, Τιμητικός Τόμος Ηλία Κυριακόπουλου, Θεσσαλονίκη, 1963, σελ. 1345-1501 (1341) και Ανάτυπον 171-332 (187).

[23] Σε σύγκριση με την αντίστοιχη, το έτος 2001 δημοσιευθείσα (στα γερμανικά), μελέτη μου δεν έχει περιληφθεί στην παρούσα μελέτη ο επίλογος αυτής που αφορούσε το τότε (άνοιξη και θέρος του 2001) προετοιμαζόμενο Διεθνές Συνέδριο Δικονομικού Δικαίου (23.9-29.9.2001) στην Αθήνα. Μπορεί εν προκειμένω να επισημανθεί, ότι η επανέκδοση το 2001 των δύο ως άνω Κωδίκων του Maurer είχεν αποσταλεί και στην 53η Έκθεση Βιβλίου στη Φρανκφούρτη (10 Οκτωβρίου 2001). Τον προσανατολισμό και στην έρευνα της Δικονομικής Νομοθεσίας του Maurer επισήμαναν πάντοτε στον κύκλο των μαθητών τους οι Δάσκαλοί μου (Καθηγητές της Πολιτικής Δικονομίας) Γεώργιος Θ. Ράμμος και Γεώργιος Γ. Μητσόπουλος, όπως και οι –επίσης Δάσκαλοί μου– (Καθηγητές του Αστικού Δικαίου) Παναγιώτης Ζέπος, Ιωάννης Σόντης, Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος και Εμμανουήλ Βουζίκας, καθώς και Ιωάννης Κ. Τριανταφυλλόπουλος (Καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου). Ανάλογες επισημάνσεις είχαν κάνει και οι Καθηγητές μου Fritz Baur και Knut Wolfgang Nörr (κατά τα έτη των εκεί μεταπτυχιακών σπουδών μου, 1969-1974) στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου Tübingen (μάλιστα στο πλαίσιο Σεμιναρίου υποψηφίων Διδακτόρων ο Fritz Baur είχε τότε ορίσει και μία ειδική συνεδρία για τη Δικονομική Νομοθεσία του Maurer).

[24] Στη Δικονομική Νομοθεσία του Maurer –ιδίως μάλιστα στην Πολιτική Δικονομία 1834 και στον Οργανισμό Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων 1834– έχω αναφερθεί και σε διαλέξεις μου σε Γερμανικά Πανεπιστήμια, αλλά και σε επιστημονικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα (καθώς και σε μελέτες μου στα ελληνικά ή στα γερμανικά), ενώ επίκεινται και σχετικές διαλέξεις μου στα ελληνικά με αφορμή την επέτειο των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Εθνεγερσίας το έτος 1821. Αντίστοιχες μελέτες μου έχουν ήδη δημοσιευθεί τόσο γενικότερα για την Οργάνωση της Δικαιοσύνης, όσο και ειδικότερα για τη Δικονομική Νομοθεσία (Πολιτική Διαδικασία 1830) από τον Ιωάννη Καποδίστρια [βλ. σχετικώς: Ν.Κ.Κλαμαρή, Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας: Νομοθέτης της πρώτης συστηματικής/θεσμικής Οργανώσεως της Δικαιοσύνης και της Έννομης Τάξεως στην Ελλάδα, στο συλλογικό έργο: Επιστημονική Ημερίδα, Αθήνα, 21 Οκτωβρίου 2019, Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831), ο διπλωμάτης, ο πολιτικός, ο πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους, πρακτικά, Έκδοση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Σώμα Ομότιμων Καθηγητών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Πανεπιστήμιο των Πολιτών (επιμέλεια Γεώργιος Ν. Λεοντσίνης), σ. 99-119, Αθήνα, 2021 = ΘΠΔΔ 14(2021), 277-288· τον ίδιο, η Οργάνωση της Δικαιοσύνης την εποχή του Κυβερνήτου Ιωάννου Καποδίστρια (Μερικές σύντομες σκέψεις, παρατηρήσεις και συγκρίσεις –και στην επικαιροποιημένη τους διάσταση– με βάση ιδίως κάποια συγκεκριμένα νομοθετήματα της Καποδιστριακής Περιόδου), στο συλλογικό έργο: Ιωάννης Καποδίστριας, Διεθνείς Θεσμικές και Πολιτικές Προσεγγίσεις (1800-1831), Ίδρυμα Διεθνών Νομικών Μελετών Καθηγητού Ηλία Κρίσπη και Δρ. Α. Σαμαρά-Κρίσπη, Αθήνα 2021, σ. 253-282 = ΕλλΔνη, 62(2021). 615-636· τον ίδιο, Τα εισαγωγικά Διαγνωστικής Δίκης Ένδικα Βοηθήματα και Ένδικα Μέσα της Καποδιστριακής Πολιτικής Διαδικασίας 1830 [Σκέψεις για τις εισαγωγικές, διαγνωστικής δίκης, κρίσιμες διαδικαστικές πράξεις της Πολιτικής Διαδικασίας 1830 –Ένδικα Βοηθήματα/Ένδικα Μέσα (και τα αντίστοιχα εισαγωγικά δίκης δικόγραφα) – και στην επικαιροποιημένη τους δικαιοσυγκριτική λειτουργική δικονομική διάσταση], Τιμητικός Τόμος για τον Καθηγητή κ. Κ. Καλαβρό (υπό έκδοση) = Αρμενόπουλος, 2021, σελ. 1297-1324· τον ίδιο, Οργάνωση Δικαιοσύνης, Καθεστώς Δικαστών και Καθεστώς Δικηγόρων κατά την Καποδιστριακή Περίοδο, ΝοΒ, 69 (2021), σ. 1615-1626.

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος