Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας», ο Καθηγητής Kοινωνικής Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ Γιώργος Ν. Πολίτης μίλησε στην Lifo για έναν κόσμο που θυσιάζει την ελευθερία στο όνομα της ευκολίας, για τους «ηττημένους» της Ιστορίας και για τη σημασία της κριτικής σκέψης.
«Ο χώρος της ελευθερίας ολοένα και συρρικνώνεται» (lifo.gr)

Είθισται να αντιμετωπίζουμε τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία ως δύο διαφορετικούς δρόμους, αλλά στη δική σας περίπτωση μοιάζουν να συνυπάρχουν δημιουργικά. Έπειτα από χρόνια ακαδημαϊκής πορείας, τι ήταν εκείνο που σας οδήγησε ξανά στο μυθιστόρημα; Τι μεσολάβησε μεταξύ των δύο βιβλίων σας;
Θα έλεγα πως πρόκειται περισσότερο για μια διαρκή αναζήτηση ισορροπίας. Στην αφετηρία υπάρχει πάντοτε μια ιδέα. Από εκεί και πέρα, όμως, μπορεί κανείς να ακολουθήσει δύο διαφορετικούς δρόμους. Αν πάρει τον δρόμο του ορθού λόγου και της ανάλυσης, μπορεί να οδηγηθεί σε ένα φιλοσοφικό δοκίμιο. Αν, αντίθετα, αφεθεί περισσότερο στο συναίσθημα και στη φαντασία, θα αναζητήσει τη μορφή της τέχνης, της ποίησης ή του μυθιστορήματος. Η αφετηρία, πάντως, είναι συχνά η ίδια. Ας υποθέσουμε ότι σας απασχολεί η μοίρα ή η δύναμη που κινεί τον κόσμο. Αν την προσεγγίσετε πλατωνικά ή μέσα από την ιστορία των ιδεών, θα ακολουθήσετε τον δρόμο της φιλοσοφίας. Αν όμως σας παρασύρει η «μανία των Μουσών», τότε θα βρεθείτε στη λογοτεχνία. Δεν πιστεύω ότι αυτή η επιλογή γίνεται απολύτως συνειδητά. Περισσότερο αισθάνομαι ότι κάθε φορά η ίδια η ιδέα επιλέγει τη μορφή που της ταιριάζει. Ο Τολστόι το θέτει θαυμάσια στο «Πόλεμος και Ειρήνη»: ο Ναπολέων οδήγησε τους Γάλλους στη ρωσική εκστρατεία ή οι ίδιοι οι Γάλλοι οδήγησαν τον Ναπολέοντα σ’ αυτήν; Δεν υπάρχει μία οριστική απάντηση. Εκεί ακριβώς χωρίζουν οι δύο δρόμοι. Μπορείτε να επιχειρήσετε να απαντήσετε φιλοσοφικά ή να αφηγηθείτε μια ιστορία. Αντίστοιχα, λοιπόν, όταν εργάζομαι πάνω σε ένα φιλοσοφικό κείμενο, ακολουθώ τον δρόμο της λογικής, όταν γράφω λογοτεχνία, επιτρέπω στη φαντασία να χαράξει τη δική της διαδρομή.
Ίσως αυτό που συνδέει τελικά τους δύο αυτούς δρόμους να είναι η έννοια της ελευθερίας. Διαβάζοντας τόσο το μυθιστόρημά σας όσο και τα δοκίμιά σας, έχει κανείς την αίσθηση ότι η ελευθερία αποτελεί τον βαθύτερο άξονα της σκέψης σας.
Ναι, έτσι είναι. Η ελευθερία είναι αυτό που περισσότερο με απασχολεί, κυρίως γιατί έχω την αίσθηση ότι τη χάνουμε σταδιακά. Αν συγκρίνω τον κόσμο μέσα στον οποίο μεγαλώσαμε εμείς με τον κόσμο που μεγαλώνουν σήμερα τα παιδιά, βλέπω ότι οι νεότερες γενιές διαθέτουν αναμφίβολα περισσότερες ανέσεις. Δεν είμαι βέβαιος, όμως, ότι διαθέτουν περισσότερη ελευθερία. Θα έλεγα το αντίθετο. Οι δυνατότητες έχουν πολλαπλασιαστεί, αλλά ο πραγματικός χώρος της ελευθερίας ολοένα συρρικνώνεται. Αυτό είναι κάτι που με δυσαρεστεί και, κατά κάποιον τρόπο, βρίσκεται πίσω από πολλές από τις σκέψεις που διατρέχουν το βιβλίο.
Ο «Μαύρος άγγελος της νοσταλγίας» άρχισε να γράφεται μέσα στην περίοδο της πανδημίας. Υπήρξε εκείνη η εμπειρία η αφορμή για να πάρει μορφή το μυθιστόρημα ή η ιστορία προϋπήρχε;
Η ιστορία προϋπήρχε για μεγάλο διάστημα. Η βασική ιδέα υπήρχε μέσα μου, την κουβαλούσα έξι εφτά χρόνια, ίσως και περισσότερο. Εκείνο που δεν ήξερα ήταν ποια μορφή θα έπαιρνε και πότε θα ερχόταν η στιγμή να γραφτεί. Η πανδημία λειτούργησε μάλλον ως καταλύτης. Κάποια στιγμή συνέβη κάτι εντελώς απρόσμενο – το περιγράφω και μέσα στο βιβλίο. Ήταν σαν μια ξαφνική αποκάλυψη. Και τότε γράφτηκε σχεδόν απνευστί. Η πρώτη μορφή του ολοκληρώθηκε μέσα σε δυόμισι μήνες.
Η γέννηση του βιβλίου, όπως την περιγράφετε, θυμίζει τη στιγμή της έμπνευσης που αφηγούνται πολλοί συγγραφείς. Ήταν πράγματι αυτή η εμπειρία της γραφής τόσο ορμητική όσο εμφανίζεται μέσα στο ίδιο το βιβλίο;
Ναι, ήταν ακριβώς έτσι. Το συγκεκριμένο επεισόδιο είναι από τα ελάχιστα σημεία του μυθιστορήματος που αντανακλούν σχεδόν αυτούσια μια προσωπική εμπειρία. Η στιγμή κατά την οποία ο αφηγητής εισέρχεται στην ιστορία είναι, στην πραγματικότητα, η στιγμή κατά την οποία ένιωσα κι εγώ ότι το βιβλίο με καλούσε να μπω μέσα του. Από εκεί και πέρα όλα κύλησαν με έναν σχεδόν ακατάσχετο ρυθμό. Έγραφα αδιάκοπα, όσο το ίδιο το βιβλίο συνέχιζε να γεννιέται μέσα στη σκέψη μου. Ίσως γι’ αυτό υπάρχει και η αναφορά στον περίφημο «πάπυρο» του Κέρουακ. Πάντα με συγκινούσε η εικόνα μιας γραφής που αποκτά τη δική της ορμή και παρασύρει μαζί της τον συγγραφέα. Δεν πρόκειται μόνο για έναν τρόπο γραφής. Είναι ένας τρόπος ύπαρξης μέσα στο ίδιο το έργο. Ένα ταξίδι που δεν γνωρίζει εκ των προτέρων τον προορισμό του.
Αυτό το στοιχείο της περιπλάνησης που αναφέρετε φαίνεται να διαπερνά ολόκληρο το μυθιστόρημα. Ο ήρωάς σας αλλάζει διαρκώς τόπους, κινείται ασταμάτητα. Σαν να μην είναι η μετακίνηση απλώς ένα αφηγηματικό εύρημα, αλλά μια φιλοσοφική στάση απέναντι στη ζωή.
Έχετε δίκιο. Από τη στιγμή που η ελευθερία αποτέλεσε τον βασικό πυρήνα του βιβλίου, ήξερα αμέσως ότι ο ήρωας έπρεπε να είναι ένας άνθρωπος που κινούνταν διαρκώς. Για μένα, η ελευθερία συνδέεται βαθιά με την αυτοκίνηση. Όχι απλώς με την οδήγηση ενός αυτοκινήτου, αλλά με τη δυνατότητα να ορίζει κανείς τη διαδρομή, να μπορεί να αλλάξει πορεία οποιαδήποτε στιγμή, να μη γνωρίζει πάντοτε εκ των προτέρων τον προορισμό. Μέσα από αυτήν τη συνθήκη γεννήθηκε και ο χαρακτήρας του ήρωα. Οι μετακινήσεις του, οι διαρκείς αλλαγές, ακόμη και οι ψυχικές του μεταπτώσεις, δεν είναι παρά διαφορετικές εκφάνσεις αυτής της ελευθερίας. Το αυτοκίνητο είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μεταβλήθηκε η έννοια της ελευθερίας μέσα σε λίγες μόλις δεκαετίες: το αυτοκίνητο υπήρξε σύμβολο ελευθερίας. Παρείχε τη δυνατότητα να φύγει κανείς χωρίς πρόγραμμα, να ανακαλύψει έναν τόπο τυχαία, να χαρεί την ελευθερία και την αυθορμησία. Το αυτοκίνητο γεννούσε ιστορίες, μυθιστορήματα, ποιήματα. Σήμερα το αυτοκίνητο κατέπεσε σε ένα ευτελές μεταφορικό μέσο. Έγινε ένα smartphone με ρόδες.
Μήπως εκεί τελικά βρίσκεται και η βαθύτερη σημασία της «νοσταλγίας» του τίτλου; Σαν να αναπολείτε μια περίοδο κατά την οποία η ελευθερία, ο αυθορμητισμός και η δυνατότητα της έκπληξης ήταν ακόμη αυτονόητα στοιχεία της καθημερινής ζωής.
Αυτή είναι μια πολύ εύστοχη ανάγνωση. Η νοσταλγία του βιβλίου δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά κυρίως έναν τρόπο ύπαρξης που σταδιακά και σταθερά χάνεται. Το βλέπει κανείς παντού: στη μουσική, στο ποδόσφαιρο, στην αυτοκίνηση, στην καθημερινότητα. Δεν είναι μόνο ότι αλλάζουν οι συνήθειές μας, αλλά ότι περιορίζεται σταδιακά ο χώρος της αυτόνομης σκέψης και της αυτενέργειας. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου σχεδόν κάθε μας κίνηση μπορεί να καταγραφεί, να προβλεφθεί ή να οργανωθεί εκ των προτέρων. Η τεχνολογία προσφέρει αναρίθμητες διευκολύνσεις, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει μια μορφή ελευθερίας που άλλοτε θεωρούσαμε αυτονόητη. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, ένα ταξίδι στην Ευρώπη πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια. Μπορούσατε να ξεκινήσετε χωρίς κρατήσεις, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, να σταματήσετε όπου σας οδηγούσε η διαδρομή. Σήμερα όλα σχεδιάζονται εκ των προτέρων. Η αυθόρμητη περιπλάνηση γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια της πτώσης.
— Γι’ αυτό και ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ο Μπλάνκο και η Μπετίνα ανήκουν σε μια ιστορική στιγμή όπου ο έρωτας και η ελευθερία διέθεταν ακόμη έναν χώρο που σήμερα μοιάζει να έχει συρρικνωθεί. Θα μπορούσε αυτή η ιστορία να εκτυλιχθεί στον σύγχρονο κόσμο;
Πιστεύω πως όχι. Ο έρωτάς τους θα μπορούσε να γεννηθεί μόνο μέσα σε εκείνη τη συγκεκριμένη εποχή. Ούτε νωρίτερα ούτε αργότερα. Ο κόσμος μέσα στον οποίο κινούνται αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της ιστορίας τους. Αν άλλαζε ο κόσμος, θα άλλαζε και η ίδια η φύση αυτού του έρωτα.
Στο μυθιστόρημά σας δεν συναντάμε μόνο τους βασικούς ήρωες της αφήγησης. Παρεμβάλλονται διαρκώς πρόσωπα από την Ιστορία, τη λογοτεχνία, το ποδόσφαιρο ή τον μηχανοκίνητο αθλητισμό που τόλμησαν να υπερβούν τα όριά τους, να αψηφήσουν τις πιθανότητες ή ακόμη και να μετατρέψουν μια εμφανή αδυναμία σε πηγή δύναμης. Τι σας ελκύει σε αυτές τις μορφές;
Γράφω κάπου στο βιβλίο ότι φέρουν επάνω τους χαραγμένα τα σημάδια της ήττας. Είναι άνθρωποι που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, γνωρίζουν ότι έχουν χάσει. Και ακριβώς γι’ αυτό αποκτούν μια ιδιαίτερη ηθική και αισθητική γοητεία. Με συγκινούν οι άνθρωποι που εξακολουθούν να αγωνίζονται ενώ γνωρίζουν ότι η έκβαση δεν θα τους δικαιώσει. Σκεφθείτε, για παράδειγμα, τους αναρχικούς στον Ισπανικό Εμφύλιο. Ήταν, εκ των πραγμάτων, οι ηττημένοι. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τους Νότιους στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Δεν με ενδιαφέρει εδώ η ιδεολογική ταξινόμηση, ούτε αν κάποιος ανήκει στη μία ή στην άλλη πολιτική παράταξη. Αυτή η κατηγοριοποίηση είναι φτωχή και τετριμμένη. Εκείνο που με συγκινεί είναι ο άνθρωπος που συνεχίζει να αγωνίζεται γνωρίζοντας ότι πιθανότατα θα χάσει. Υπάρχει σε αυτόν μια αξιοπρέπεια κι ένα μεγαλείο που υπερβαίνει την ίδια τη νίκη. Ο Πάτροκλος, για παράδειγμα, είναι ένας τέτοιος ήρωας. Μεγαλύτερος, με έναν τρόπο, και από τον Αχιλλέα.
Θα λέγατε ότι αυτή η στάση απέναντι στον κίνδυνο και στην ήττα αφορά και τη δική σας ζωή; Έχετε πάρει εσείς αντίστοιχα ρίσκα;
Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ο συγγραφέας έζησε όσα αφηγείται, αλλά αν κατάφερε να τα ζήσει ο ήρωάς του. Ο συγγραφέας δεν είναι υποχρεωμένος να περιορίζει τους χαρακτήρες του ταυτιζόμενος μαζί τους. Ούτε καν ο αφηγητής χρειάζεται να αποτελεί προσωπείο του δημιουργού. Εκείνο που θεωρώ απαραίτητο είναι κάτι διαφορετικό: να συμπονάει τους ήρωές του, να συμπάσχει και να αισθάνεται πραγματικά την ιστορία που αφηγείται.
Παράλληλα με τη λογοτεχνία, παραμένετε ένας άνθρωπος που βρίσκεται καθημερινά μέσα στο πανεπιστήμιο. Πώς βλέπετε σήμερα την κατάσταση της εκπαίδευσης στην Ελλάδα;
Είναι ακόμη πιο δύσκολη απ’ όσο φαίνεται. Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα είναι το δημογραφικό. Ο αριθμός των παιδιών που εισέρχονται πλέον στο εκπαιδευτικό σύστημα μειώνεται δραματικά. Πρόκειται για ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα η ελληνική πολιτεία. Το δεύτερο είναι το χαμηλό επίπεδο –γνωστικό, συναισθηματικό– των παιδιών που ολοκληρώνουν τον εκπαιδευτικό κύκλο. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν πώς να μετασχηματίζουν την πληροφορία σε γνώση.
Ταυτόχρονα, όμως, παρατηρείται διεθνώς μια ανανεωμένη στροφή προς την αναγκαιότητα του στοχασμού και της φιλοσοφίας, όχι μόνο ως ακαδημαϊκού αντικειμένου αλλά ως τρόπου κατανόησης του κόσμου και της καθημερινής ζωής. Έχετε την αίσθηση ότι αυτή η ανάγκη γίνεται αισθητή και στην Ελλάδα;
Θέλω να πιστεύω πως ναι. Οι άνθρωποι δεν έχουν αλλάξει στη βαθύτερη φύση τους. Δεν έχει αλλοιωθεί το «υλικό» από το οποίο είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος. Αυτό που αλλάζει είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει και εκπαιδεύεται. Και ακριβώς επειδή το πρόβλημα είναι κυρίως εξωτερικό, σημαίνει ότι μπορεί να αλλάξει. Το ίδιο διαπιστώνουμε και στα παιδιά. Τα παιδιά διαθέτουν μια αξιοθαύμαστη διαύγεια. Μάλιστα, μέσα από παιδαγωγικές έρευνες που πραγματοποιήσαμε, διαπιστώσαμε ότι παιδιά εννιά ή δέκα ετών συχνά διαθέτουν καθαρότερο βλέμμα από παιδιά λίγο μεγαλύτερης ηλικίας. Κι αυτό γιατί δεν έχουν ακόμη προλάβει να διαφθαρούν από τις συμβάσεις και τις αδυναμίες του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος.
Εξού και ότι έχετε διαμορφώσει τη «Σοφία στο Σχολείο», ένα ειδικό πρόγραμμα που εισάγει τη φιλοσοφία στο σχολείο ήδη από τις πρώτες τάξεις της εκπαίδευσης. Τι είναι εκείνο που θεωρείτε ότι λείπει περισσότερο σήμερα από το ελληνικό σχολείο;
Αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι να γνωρίσουν τα παιδιά την Ιστορία της Φιλοσοφίας, να παπαγαλίζουν ποιος ήταν ο Πλάτων ή ο Αριστοτέλης. Εκείνο που έχει σημασία είναι να μάθουν να σκέφτονται. Η φιλοσοφία δεν είναι ακόμη ένα σύνολο πληροφοριών. Είναι ένας τρόπος να παρατηρεί κανείς τον κόσμο, να διατυπώνει ερωτήματα, να οργανώνει τη σκέψη του και να αντιμετωπίζει τα προβλήματα. Αυτό προσπαθούμε να καλλιεργήσουμε. «Η Σοφία στο Σχολείο» στηρίζεται στο τρίπτυχο «κινούμενα σχέδια, παιγνιοποίηση, ψηφιακά παιχνίδια μάθησης». Μέσα από παιχνίδια, συζητήσεις και δραστηριότητες, τα παιδιά εξοικειώνονται με τον ορθολογικό συλλογισμό, με την επιχειρηματολογία, με την αμφισβήτηση, με τη χαρά τού να αναζητούν μόνα τους τις απαντήσεις. Τους μαθαίνουμε τη φιλοσοφία ως τρόπο σκέψης. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να μεταφερθεί παντού: στα μαθηματικά, στις φυσικές επιστήμες, στην ιστορία, στην πληροφορική, ακόμη και στην καθημερινή ζωή.
Με άλλα λόγια, θεωρείτε ότι το μεγαλύτερο έλλειμμα της εκπαίδευσης σήμερα δεν είναι τόσο η γνώση όσο η κριτική σκέψη.
Ακριβώς. Αυτό θεωρώ πως είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα. Οι νέοι που φτάνουν σήμερα στο πανεπιστήμιο, ανεξάρτητα από το αν προέρχονται από θετικές ή ανθρωπιστικές αφετηρίες, δυσκολεύονται να σκεφθούν κριτικά. Αγνοούν το θεμέλιο κάθε μορφής παιδείας. Μα, αν δεν έχεις αυτά τα θεμέλια, δεν μπορείς να οικοδομήσεις τίποτα. Αν αυτά τα στοιχεία δεν έχουν καλλιεργηθεί από πολύ μικρή ηλικία, δύσκολα μπορούν να αποκτηθούν αργότερα. Ένα πανεπιστήμιο μπορεί να προσφέρει εξειδικευμένη γνώση. Δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει όσα θα έπρεπε να είχαν εδραιωθεί στα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσης. Η κριτική σκέψη πρέπει να καλλιεργείται ήδη από το δημοτικό σχολείο. Αυτό δεν είναι πολυτέλεια, είναι προϋπόθεση της ίδιας της εκπαίδευσης. Χωρίς αυτήν, αναπαράγεται η μετριοκρατία και ο παραλογισμός.
Επομένως, σε ποιο στάδιο βρίσκετε η πρότασή σας; Έχετε καταθέσει ολοκληρωμένο σχέδιο για την πιλοτική εφαρμογή της στα σχολεία; Πιστεύετε ότι υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις ώστε να υλοποιηθεί;
Υλοποιείται ήδη. «Η Σοφία στο Σχολείο» εφαρμόζεται ήδη στα μεγαλύτερα ιδιωτικά σχολεία της χώρας: Κολλέγιο Αθηνών, Κολλέγιο Ψυχικού, Αρσάκειο Ψυχικού, Αρσάκειο-Τοσίτσειο Εκάλης και άλλα σχολεία προσφέρουν στους μαθητές τους το πρόγραμμά μας. Σε συνεργασία με τις σχολικές μονάδες καλλιεργούμε στα παιδιά της Δ’ Δημοτικού την κριτική σκέψη, μέσα από ένα δομημένο πρόγραμμα έντεκα μαθημάτων Λογικής και Ηθικής, που συνδυάζει διά ζώσης και εξ αποστάσεως διδασκαλία. Έχουμε καταθέσει στο υπουργείο Παιδείας μια ολοκληρωμένη πρόταση για την πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος στα δημόσια πειραματικά δημοτικά σχολεία όλης της χώρας. Η σκέψη ήταν απλή: ας δοκιμαστεί και ας αξιολογηθούν από το υπουργείο τα αποτελέσματα. Και αν επιβεβαιωθούν όσα ήδη δείχνουν οι έρευνες που έχουμε πραγματοποιήσει, ας προχωρήσει στη γενικευμένη εφαρμογή του. Η εκπαίδευση δεν αλλάζει με διακηρύξεις αλλά με τολμηρές, τεκμηριωμένες προτάσεις. Αρκεί να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, πολλά μπορούν ακόμη να αλλάξουν προς το καλύτερο.
Πέρα όμως από τον πανεπιστημιακό και τον λογοτέχνη, υπάρχει και ο ενεργός πολίτης. Κατά καιρούς έχετε παρέμβει δημόσια στον πολιτικό διάλογο. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, έχετε επιλέξει μια πιο διακριτική παρουσία. Είναι μια συνειδητή αποστασιοποίηση ή απλώς μια διαφορετική φάση της διαδρομής σας;
Είναι λίγο και από τα δύο. Θυμάμαι μια παλαιότερη συνέντευξη, πριν από αρκετά χρόνια, στην οποία ο τίτλος –όχι δικός μου, αλλά της σύνταξης– ήταν: «Ελπίζω αυτό να είναι το τελευταίο κοινοβούλιο Monty Pythons που βλέπουμε». Η πραγματικότητα με διέψευσε με εντυπωσιακό τρόπο και έκτοτε έχω γίνει πιο επιφυλακτικός απέναντι στις προβλέψεις! Αστειεύομαι ελαφρώς, πάντως η ανάλυση είναι ένα πράγμα, ενώ η πρόβλεψη είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Οι καιροί που ζούμε είναι παράξενοι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια να κατανοήσουμε τον κόσμο ή να πάψουμε να ελπίζουμε πως μπορεί να βελτιωθεί.
Πηγή εικόνων: Lifo.gr