Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τον Αναπληρωτή Καθηγητή Πέτρο Γαλάνη, τον Επίκουρο Καθηγητή Ιωάννη Μωύσογλου, την υποψήφια Διδάκτορα Αγλαΐα Κατσιρούμπα και το μέλος ΕΔΙΠ Ολυμπία Κωνσταντακοπούλου. Το σχετικό άρθρο έχει δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό “Healthcare” (impact factor=2,7) και είναι δωρεάν διαθέσιμο στον σύνδεσμο https://www.mdpi.com/2227-9032/14/4/425.
Πιο συγκεκριμένα, το εργαστήριο Κλινικής Επιδημιολογίας του Τμήματος Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ πραγματοποίησε μια μελέτη και χρησιμοποίησε την κλίμακα Online Misinformation Susceptibility Scale για τη μέτρηση του βαθμού παραπληροφόρησης από τις ψευδείς ειδήσεις. Η Online Misinformation Susceptibility Scale έχει δημιουργηθεί και σταθμιστεί από το εργαστήριο Κλινικής Επιδημιολογίας του Τμήματος Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ. Το σχετικό άρθρο έχει δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό “Healthcare” (impact factor=2,7) και είναι δωρεάν διαθέσιμο στον σύνδεσμο doi.org/10.3390/healthcare13172252. Η Ελληνική και η Αγγλική έκδοση της Online Misinformation Susceptibility Scale είναι ελεύθερες προς χρήση στον σύνδεσμο http://scholar.uoa.gr/pegalan/online-misinformation-susceptibility-scale. Επιπλέον, παρέχονται αναλυτικά οι οδηγίες για τη συμπλήρωση της κλίμακας, καθώς επίσης και ο τρόπος με τον οποίο βαθμολογούνται οι απαντήσεις.
Επιπλέον, στη μελέτη αυτή, χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα Health Behavior Inventory για τη μέτρηση των συμπεριφορών υγείας, όπως οι διατροφικές συνήθειες, η καπνιστική συνήθεια, η κατανάλωση αλκοόλ, η πραγματοποίηση προληπτικών εξετάσεων κ.ά. Επίσης, χρησιμοποιήσαμε την κλίμακα Vaccine Hesitancy Scale για να μετρήσουμε τη διστακτικότητα που έχουν τα άτομα απέναντι στα εμβόλια. Πιο συγκεκριμένα, η Vaccine Hesitancy Scale μετράει την εμπιστοσύνη που έχουν τα άτομα στα εμβόλια, καθώς επίσης και τον φόβο που έχουν απέναντι σε αυτά ότι για παράδειγμα μπορεί να έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες.
Το δείγμα της μελέτης περιλάμβανε 402 άτομα ηλικίας 18 έως 65 ετών. Ο μέσος χρόνος χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του διαδικτύου ήταν 3 ώρες, με το εύρος να κυμαίνεται από 30 λεπτά έως 14 ώρες.
Βρήκαμε ότι το 55% του δείγματος ανήκουν στην ομάδα υψηλού κινδύνου, δηλαδή στην ομάδα που είναι ευάλωτη ή, αλλιώς, εύπιστη στις ψευδείς ειδήσεις που προβάλλονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή γενικότερα στο διαδίκτυο. Για παράδειγμα, τα άτομα που είναι ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις σπανίως ελέγχουν εάν μια δημοσίευση προέρχεται από αξιόπιστη πηγή όπως π.χ. ένα επίσημο ειδησεογραφικό site ή εάν μια δημοσίευση είναι έγκυρη, ψάχνοντας και σε άλλες έγκυρες πηγές πληροφόρησης στο διαδίκτυο.
Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι τα άτομα που είναι ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις έχουν ταυτόχρονα και χειρότερες συμπεριφορές υγείας. Πιο συγκεκριμένα, το 72% των ατόμων που ήταν ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις είχαν ταυτόχρονα και κακές διατροφικές συνήθειες, ενώ το 55% των ατόμων που δεν ήταν ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις είχαν ταυτόχρονα και κακές διατροφικές συνήθειες. Επίσης, το 66% των ατόμων που ήταν ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις δεν πραγματοποιούσαν προληπτικές εξετάσεις, ενώ το 50% των ατόμων που δεν ήταν ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις δεν πραγματοποιούσαν προληπτικές εξετάσεις. Το 56% των ατόμων που ήταν ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις κάπνιζαν και κατανάλωναν αλκοόλ, ενώ το 40% των ατόμων που δεν ήταν ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις κάπνιζαν και κατανάλωναν αλκοόλ. Το 80% των ατόμων που ήταν ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις ένιωθαν φόβο ότι τα εμβόλια έχουν κινδύνους και προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ το 65% των ατόμων που δεν ήταν ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις ένιωθαν φόβο.
Σημειώνεται ότι το επίπεδο της ψηφιακής εγγραμματοσύνης σχετίζονταν με την ευαλωτότητα στις ψευδείς ειδήσεις. Πιο συγκεκριμένα, το 34,7% των ατόμων που είχαν υψηλό επίπεδο ψηφιακής εγγραμματοσύνης ήταν ταυτόχρονα και ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα άτομα με χαμηλό επίπεδο ψηφιακής εγγραμματοσύνης ήταν πολύ μεγαλύτερο και συγκεκριμένα 60%.
Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι το οικονομικό επίπεδο σχετίζονταν με την ευαλωτότητα στις ψευδείς ειδήσεις. Πιο συγκεκριμένα, το 24,2% των ατόμων που ανήκαν στην ομάδα υψηλού οικονομικού επιπέδου ήταν ταυτόχρονα και ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα άτομα με μεσαίο οικονομικό επίπεδο ήταν πολύ μεγαλύτερο και συγκεκριμένα 51% και ακόμη μεγαλύτερο στα άτομα με χαμηλό οικονομικό επίπεδο (64%).
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα της μελέτης είναι και το γεγονός ότι τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας είναι περισσότερο ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις. Πιο συγκεκριμένα, το 45% των ατόμων ηλικίας 18-45 ετών ήταν ταυτόχρονα και ευάλωτα στις ψευδείς ειδήσεις, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα άτομα ηλικίας 46-60 ετών ήταν μεγαλύτερο και συγκεκριμένα 52% και ακόμη μεγαλύτερο στα άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών (60%).
Συμπερασματικά, η διάδοση των ψευδών ειδήσεων αποτελεί σημαντική απειλή για τη δημόσια υγεία, καθώς υπονομεύει την εμπιστοσύνη στις επιστημονικές αρχές, επηρεάζει αρνητικά τις συμπεριφορές υγείας και οδηγεί σε επικίνδυνες επιλογές. Για παράδειγμα, η παραπληροφόρηση από τις ψευδείς ειδήσεις που κατακλύζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γενικότερα στο διαδίκτυο ενισχύει τη διστακτικότητα απέναντι στα εμβόλια και μειώνει τη συμμόρφωση σε προληπτικά μέτρα και μέτρα δημόσιας υγείας, διαμορφώνοντας κλίμα σύγχυσης και δυσπιστίας προς τους ειδικούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίοδος της πανδημίας λόγω της COVID19 στην οποία η διάχυση ψευδών ειδήσεων σχετικά με θεραπείες, εμβόλια και μέτρα προστασίας οδήγησε σε καθυστερημένη λήψη ορθολογικών αποφάσεων. Επιπλέον, η συνεχιζόμενη διασπορά ψευδών ειδήσεων προωθεί ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες για σοβαρές ασθένειες, οδηγώντας ακόμη και στην εγκατάλειψη τεκμηριωμένων θεραπειών υπέρ αναπόδεικτων εναλλακτικών, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά την υγεία τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κοινότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, η μέτρηση της παραπληροφόρησης του κοινού από τις ψευδείς ειδήσεις είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς επηρεάζει τη συμπεριφορά των ατόμων σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης δραστηριότητας.