Άρθρο της Επίκουρης Καθηγήτριας Νεότερης και Σύγχρονης Πολιτικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης του ΕΚΠΑ, Τζένης Λιαλιούτη με τίτλο «Οι πολλαπλές πηγές του τραμπισμού» φιλοξενήθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής».
Οι πολλαπλές πηγές του τραμπισμού (Το Βήμα της Κυριακής)
Καθώς ένα μέρος της διεθνούς κοινής γνώμης μάθαινε σοκαρισμένο την είδηση της δολοφονίας μιας άοπλης γυναίκας στις ΗΠΑ από τις δυνάμεις ασφαλείας, συγχρόνως, στον ευρωπαϊκό και στον ελληνικό δημόσιο λόγο διατυπώνονταν εγκώμια του τραμπισμού. Λίγες μέρες νωρίτερα, το διεθνές ακροατήριο παρακολουθούσε τον αμερικανό πρόεδρο να πανηγυρίζει τη στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα.
Αυτή τη στιγμή, και στις δύο όχθες του Ατλαντικού, αρθρώνεται ένας αντιφιλελεύθερος λόγος, ο οποίος κανονικοποιεί τη χρήση βίας, χωρίς ερείσματα νομιμότητας, και επιτίθεται στα κεκτημένα της μεταπολεμικής συναίνεσης. Πώς μπορεί όμως να εξηγηθεί η διάδοση αυτού του λόγου;
Πολλοί μελετητές ερμηνεύουν τη ροπή προς τον αυταρχισμό, έτσι όπως αναδύεται στις δυτικές κοινωνίες, μέσα από το πρίσμα των συναισθημάτων. Επισημαίνουν πως ηγέτες, όπως ο Τραμπ, είναι σε θέση να κινητοποιούν ταυτίσεις εργαλειοποιώντας συναισθήματα φόβου, θυμού και μνησικακίας. Κοινός παρονομαστής θεωρείται η έντονη ανασφάλεια, που πυροδοτείται όχι μόνο από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, αλλά και από την αποδιάρθρωση δομών που νοηματοδοτούν την ταυτότητα των υποκειμένων, όπως η εμπειρία της εργασίας ως ενός πλέγματος σχέσεων.
Οι διεργασίες αυτές δημιουργούν το πρόσφορο έδαφος πάνω στο οποίο η ρητορική του μίσους και η κατασκευή εχθρών ανακουφίζει από αισθήματα ντροπής και ταπείνωσης. Η ακροδεξιά αφήγηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον τραμπισμό, κερδίζει οπαδούς καθώς επιτρέπει την αποκατάσταση μιας απολεσθείσας αξιοπρέπειας (Αρλι Ράσελ Χόουκσιλντ, Stolen Pride, εκδ. New Press, 2024). Είναι χαρακτηριστική η έμφαση που δίνει αυτός ο λόγος στην έννοια του συνόρου, είτε ως αντιμεταναστευτική στάση, η οποία στις τρέχουσες εκδηλώσεις της στις ΗΠΑ παραπέμπει σε φασιστικές πρακτικές, είτε στους δασμούς ως μέσου προστασίας του έθνους από οικονομικές απειλές.
Πέρα όμως από τις συναισθηματικές προϋποθέσεις, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένους μετασχηματισμούς, κατά τη μεταψυχροπολεμική εποχή, στα πεδία της πολιτικής και της επικοινωνίας, που τροφοδοτούν την πλευρά της ζήτησης.
Ο πρώτος αφορά τα χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης, είτε στο επίπεδο του εθνικού κράτους είτε στο επίπεδο υπερεθνικών θεσμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι πρακτικές της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, η εγκατάλειψη της ιδεολογίας ως στοιχείου οργάνωσης του πολιτικού λόγου και η επικράτηση ενός τεχνοκρατικού προτύπου στη μορφή της πολιτικής ηγεσίας αποδυνάμωσαν την πολιτική εξουσία ως παραγωγό νοήματος.
Η μεταψυχροπολεμική διακυβέρνηση απώλεσε, σε μεγάλο βαθμό, τη λειτουργία της ως συνεκτικού μηχανισμού των κυβερνωμένων και τον ρόλο της ως αφηγητή της συλλογικής εμπειρίας ο οποίος μπορεί να συνέχει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Η πολιτική αφυδατώθηκε, έτσι, από το συναισθηματικό της περιεχόμενο. Αυτή η πολύπλευρη αποδυνάμωση του πολιτικού συνδέεται με την έλξη που ασκούν οι σύγχρονες εκφάνσεις της ακροδεξιάς σε μερίδες της κοινωνίας.
Ο δεύτερος μετασχηματισμός αφορά τον κατακερματισμό της επικοινωνιακής σφαίρας και την αποδυνάμωση των παραδοσιακών ραδιοτηλεοπτικών μέσων. Η αποδιάρθρωση του ενιαίου τηλεοπτικού δήμου και η ραγδαία ανάπτυξη των ποικιλόμορφων διαδικτυακών κοινοτήτων, η οποία τροφοδοτεί το φαινόμενο των θαλάμων αντήχησης (echo chambers), συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση της ρητορικής του μίσους και θεωριών συνωμοσίας που υπηρετούν την κατασκευή εχθρών. Στην ίδια κατεύθυνση θα πρέπει να αποτιμηθεί και ο ρόλος της μετα-αλήθειας στον πολιτικό λόγο.
Η μη διάκριση μεταξύ ψεύδους και αλήθειας δεν συνιστά μεν ένα καινοφανές φαινόμενο για τις νεωτερικές κοινωνίες, η σημασία του, όμως, σε όσα διαδραματίζονται σήμερα δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Η εδραίωση της μετα-αλήθειας στον ψηφιακό κόσμο ενισχύει την υπονόμευση των κανονιστικών προτύπων και του αξιακού κώδικα που αποτελούν προϋποθέσεις μιας δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας. Η συνθήκη της μετα-αλήθειας βρίσκει προνομιακή εφαρμογή στο μοντέλο πολιτικής επικοινωνίας που διακρίνει τον Ντόναλντ Τραμπ. Σε αυτό η διάψευση των λεγομένων είναι άνευ σημασίας για τους πολιτικούς στόχους που επιδιώκονται.
Η πολιτική παρουσία του Τραμπ στηρίζεται αφενός στη διαρκή παραγωγή θεάματος, που κρατά σε εγρήγορση το κοινό, και αφετέρου σε έναν επιθετικό λόγο, ο οποίος επιτρέπει στο ακροατήριο να εκφράσει θυμό και μνησικακία για επιλεγμένους εχθρούς χωρίς να απαιτείται αιτιολόγηση αυτής της στάσης.
Τέλος, ο νέος αυταρχισμός αναπτύσσεται και διαδίδεται επειδή μπόρεσε να υπάρξει. Eχει παρέλθει πλέον η εποχή στην οποία αυταρχικές και ακροδεξιές ηγεσίες, παλιάς και νέας κοπής, θεωρούνταν ένα παράδοξο, μία προσωρινή διαταραχή της κανονικότητας. Η πρόσβαση στην κρατική εξουσία είναι πλέον ένα κεκτημένο, το οποίο παράγει πολιτικά ήθη και συμπεριφορές.
Πηγή: https://www.tovima.gr/print/nees-epoxes/pernontas-lfkato-apo-to-rantar-tis-antilipsis/