Η Παγκόσμια Ημέρα Αυτισμού αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για ουσιαστική ενημέρωση και ευαισθητοποίηση για τα ζητήματα που αφορούν όχι μόνο τα ίδια τα παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού, αλλά και τις οικογένειές τους, τους επαγγελματίες υγείας και εκπαίδευσης, καθώς και την κοινωνία συνολικά. Είναι μια ηχηρή πρόσκληση για δράση, ενημέρωση και ουσιαστική συμπερίληψη, καθώς μας καλεί κάθε χρόνο να στρέψουμε την προσοχή μας όχι μόνο στην αποδοχή και τη συμπερίληψη των ατόμων στο φάσμα, αλλά και στη σημασία της έγκαιρης ενημέρωσης και αναγνώρισης των πρώιμων ενδείξεων ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής. Όταν οι γονείς και οι φροντιστές γνωρίζουν τι χρειάζεται να παρατηρούν κατά στη βρεφική και νηπιακή ηλικία, μπορούν να αναζητήσουν νωρίς καθοδήγηση και αξιολόγηση, δίνοντας στο παιδί τη δυνατότητα να λάβει την υποστήριξη που χρειάζεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη αναπτυξιακή περίοδο.
Η Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που επηρεάζει κυρίως τον τρόπο με τον οποίο το παιδί επικοινωνεί, αλληλεπιδρά κοινωνικά και ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα του περιβάλλοντός του. Ο όρος «φάσμα» υποδηλώνει ότι τα χαρακτηριστικά της δεν εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο ούτε στον ίδιο βαθμό σε όλα τα παιδιά. Κάθε παιδί έχει το δικό του αναπτυξιακό προφίλ, τις δικές του ανάγκες και τις δικές του δυνατότητες. Γι’ αυτό και η γνώση των πρώιμων ενδείξεων έχει ιδιαίτερη σημασία: όχι για να οδηγηθούμε σε βιαστικά συμπεράσματα, αλλά για να μπορούμε να παρατηρούμε έγκαιρα πότε ένα παιδί χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση και υποστήριξη.
Η βρεφική και η νηπιακή ηλικία αποτελούν κρίσιμες περιόδους για την ανάπτυξη βασικών δεξιοτήτων, όπως η κοινωνική ανταπόκριση, η κοινή προσοχή, η μη λεκτική επικοινωνία, η μίμηση, το παιχνίδι και ο λόγος. Στα πρώτα αυτά χρόνια τίθενται τα θεμέλια για τη σχέση του παιδιού με τους άλλους και με τον κόσμο γύρω του. Όταν οι δυσκολίες σε αυτούς τους τομείς αναγνωρίζονται νωρίς, δίνεται η δυνατότητα για έγκαιρη παρέμβαση, η οποία μπορεί να υποστηρίξει ουσιαστικά την εξέλιξη του παιδιού και να ενισχύσει την οικογένεια στον τρόπο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του.
Οι πρώιμες ενδείξεις της ΔΑΦ δεν είναι πάντοτε έντονες ή εύκολα αναγνωρίσιμες, ωστόσο υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις που χρειάζεται να κινητοποιούν την προσοχή των γονέων και των επαγγελματιών. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται η περιορισμένη βλεμματική επαφή, η μειωμένη ανταπόκριση στο όνομα, η απουσία ή η περιορισμένη χρήση χειρονομιών, όπως το δείξιμο για να μοιραστεί το παιδί κάτι που του προκαλεί ενδιαφέρον, καθώς και η δυσκολία να αναζητήσει ή να διατηρήσει κοινωνική αλληλεπίδραση. Μπορεί, επίσης, να παρατηρείται μειωμένη μίμηση, περιορισμένη κοινωνική ανταπόκριση, μικρό ενδιαφέρον για αλληλεπιδραστικό παιχνίδι ή δυσκολία στο να μοιράζεται την ευχαρίστησή του με άλλους.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η παρατήρηση της ανάπτυξης της επικοινωνίας. Ένα παιδί μπορεί να παρουσιάζει δυσκολίες στον λόγο, να μη χρησιμοποιεί λέξεις ή ήχους με επικοινωνιακό σκοπό ή να φαίνεται πως δεν αξιοποιεί την επικοινωνία για να συνδεθεί ουσιαστικά με τους άλλους. Σε άλλες περιπτώσεις, οι δυσκολίες εντοπίζονται περισσότερο στην ποιότητα της αλληλεπίδρασης παρά στην απλή παρουσία ή απουσία λόγου. Το παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να μιλά, αλλά να μη χρησιμοποιεί τη γλώσσα με κοινωνικό τρόπο ή να μην ανταποκρίνεται όπως αναμένεται σε κοινωνικά ερεθίσματα.
Πέρα από την κοινωνική επικοινωνία, προσοχή χρειάζονται και ορισμένα χαρακτηριστικά στη συμπεριφορά και στο παιχνίδι. Μερικά παιδιά μπορεί να επιμένουν σε επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή μοτίβα, να δείχνουν έντονη προσκόλληση σε ρουτίνες, να δυσκολεύονται ιδιαίτερα στις αλλαγές ή να παίζουν με έναν ασυνήθιστο, επαναληπτικό τρόπο. Άλλα μπορεί να παρουσιάζουν έντονες ή, αντίθετα, πολύ μειωμένες αντιδράσεις σε αισθητηριακά ερεθίσματα, όπως ήχους, υφές, φώτα ή αγγίγματα. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό, αλλά η συνολική εικόνα του παιδιού, η συχνότητα με την οποία εμφανίζονται οι δυσκολίες και ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζουν την καθημερινή του λειτουργικότητα.
Η σημασία της πρώιμης αναγνώρισης συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης. Τα πρώτα χρόνια της ζωής χαρακτηρίζονται από αυξημένη νευροπλαστικότητα, γεγονός που σημαίνει ότι ο εγκέφαλος έχει ιδιαίτερα μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης και προσαρμογής. Όταν οι δυσκολίες εντοπίζονται νωρίς και το παιδί υποστηρίζεται με κατάλληλο τρόπο, μπορούν να ενισχυθούν δεξιότητες που σχετίζονται με την επικοινωνία, την αλληλεπίδραση, το παιχνίδι και την προσαρμογή στην καθημερινότητα. Παράλληλα, η έγκαιρη διερεύνηση προσφέρει στους γονείς σαφέστερη κατανόηση των αναγκών του παιδιού τους και τους επιτρέπει να συμμετέχουν πιο ενεργά και ουσιαστικά στην υποστήριξή του.
Στο πλαίσιο αυτό, η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση των γονέων είναι καθοριστικής σημασίας. Πολύ συχνά οι γονείς είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ότι κάτι στην ανάπτυξη του παιδιού τους τούς προβληματίζει, χωρίς όμως πάντα να γνωρίζουν αν αυτό που παρατηρούν είναι σημαντικό. Η έγκυρη πληροφόρηση για τις πρώιμες ενδείξεις της ΔΑΦ μπορεί να τους βοηθήσει να διακρίνουν πότε μια αναπτυξιακή ιδιαιτερότητα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση και πότε είναι απαραίτητο να απευθυνθούν σε παιδίατρο, αναπτυξιολόγο ή διεπιστημονική ομάδα. Η αναζήτηση αξιολόγησης δεν σημαίνει απαραίτητα διάγνωση· σημαίνει όμως υπευθυνότητα, πρόληψη και έγκαιρη ανταπόκριση στις ανάγκες του παιδιού.
Οι μύθοι όσον αφορά τη ΔΑΦ εξακολουθούν συχνά να καθυστερούν αυτή τη διαδικασία. Η αντίληψη ότι «κάθε παιδί έχει τον χρόνο του» μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργήσει καθησυχαστικά, αλλά όταν υπάρχουν δυσκολίες που συνεχίζουν να υφίστανται στην κοινωνική επικοινωνία και αλληλεπίδραση, η αναμονή μπορεί να στερήσει πολύτιμο χρόνο. Η σωστή ενημέρωση βοηθά να ξεπεραστούν τέτοιες παρανοήσεις και να δοθεί έμφαση όχι στον φόβο, αλλά στην έγκαιρη παρατήρηση και υποστήριξη.
Η Παγκόσμια Ημέρα Αυτισμού μάς καλεί να στρέψουμε την προσοχή μας όχι μόνο στην αποδοχή και τη συμπερίληψη, αλλά και στη γνώση. Η αναγνώριση των πρώιμων ενδείξεων της ΔΑΦ από τη βρεφική και τη νηπιακή ηλικία, η έγκυρη ενημέρωση των γονέων και η έγκαιρη διερεύνηση μπορούν να κάνουν την ουσιαστική διαφορά στην αναπτυξιακή πορεία ενός παιδιού. Μια κοινωνία πραγματικά υποστηρικτική είναι μια κοινωνία που γνωρίζει, παρατηρεί έγκαιρα και μεριμνά προκειμένου να δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε κάθε παιδί να έχει τις καλύτερες δυνατές ευκαιρίες ανάπτυξης.
H επιστημονική ομάδα του ΠΜΣ “Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση” του ΠΤΔΕ/ΕΚΠΑ