Τα σχέδια για την ίδρυση πανεπιστημίου καταγράφονται από πολύ νωρίς στα κείμενα των επαναστατών του 1821. Το πανεπιστήμιο συμβόλιζε τον εξευρωπαϊσμό της χώρας και θεωρήθηκε απαραίτητη προϋπόθεση για την πνευματική ανάπτυξη του επαναστατημένου ελληνικού έθνους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν έθεσε στις άμεσες προτεραιότητες την ίδρυσή του, αλλά τα πράγματα άλλαξαν με την έλευση της βαυαρικής αντιβασιλείας και του Όθωνα. Στη σκέψη των Βαυαρών η ίδρυση του πανεπιστημίου ήταν προϋπόθεση για τη συγκρότηση σύγχρονου κράτους. Για τον σκοπό αυτό προχώρησαν το 1837 στην έκδοση ενός προσωρινού οργανισμού λειτουργίας για το πρώτο πανεπιστήμιο της χώρας στη νέα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Η Αθήνα την περίοδο αυτή ήταν μια πόλη με περίπου 10.000 κατοίκους, χωρίς υποδομές και με σημαντικές καταστροφές από τις εχθροπραξίες του Αγώνα. Κατείχε όμως κομβική γεωγραφική θέση στο νέο βασίλειο και διέθετε ένδοξο ιστορικό παρελθόν.
Στις 3 Μαΐου 1837 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του νέου πανεπιστημίου, το οποίο ονομάστηκε Οθώνειο προς τιμήν του μονάρχη που το ίδρυσε. Ήταν το πρώτο πανεπιστήμιο στη χώρα και τη νοτιοανατολική Ευρώπη και το μόνο στην ελληνική επικράτεια έως το 1926, οπότε ιδρύθηκε το αντίστοιχο της Θεσσαλονίκης. Σε όλη του την ιστορική διαδρομή το ΕΚΠΑ πορεύτηκε παράλληλα με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (έτος ίδρυσης 1836). Υπήρξε και ένα άλλο ανώτατο ίδρυμα, το οποίο λειτουργούσε εκτός του τότε ελληνικού κράτους, η Ιόνιος Ακαδημία, η οποία ιδρύθηκε το 1824 στην Κέρκυρα και διέκοψε τη λειτουργία της την περίοδο της ενσωμάτωσης των Επτανήσων στο ελληνικό κράτος το 1864.

(Στις 3 Μαΐου 1837 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Πανεπιστημίου, το οποίο ονομάστηκε Οθώνειο προς τιμήν του μονάρχη που το ίδρυσε)
Με βάση και τη γερμανική παράδοση, το Πανεπιστήμιο περιλάμβανε τέσσερις σχολές: τη Θεολογική, τη Νομική, την Ιατρική και τη Φιλοσοφική. Η Φιλοσοφική αρχικά αποτελούνταν από το Φιλολογικό και το Φυσικομαθηματικό τμήμα, σύμφωνα με την παράδοση των γερμανόφωνων πανεπιστημίων. Ιδρύθηκαν ακόμη το Φαρμακευτικό Σχολείο και το Φιλολογικό Φροντιστήριο, αμφότερα αποσκοπώντας να καλύψουν βασικές ανάγκες στην υγεία και την εκπαίδευση αντίστοιχα.
Το Πανεπιστήμιο στεγάστηκε στο σπίτι του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Σταμάτη Κλεάνθη στην Πλάκα, εκεί όπου σήμερα λειτουργεί το Μουσείο Ιστορίας του ιδρύματος. Επρόκειτο για ένα από τα ελάχιστα μεγάλα οθωμανικά σπίτια της Αθήνας την εποχή εκείνη. Σύντομα έγινε αντιληπτό ότι το Πανεπιστήμιο χρειαζόταν ένα ιδιόκτητο κτίριο αντάξιο της αποστολής και του κύρους του. Για τον σκοπό αυτό σχεδιάστηκε το κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου στη σημερινή οδό Πανεπιστημίου και στις 2 Ιουλίου 1839 ο Όθωνας έθεσε τον θεμέλιο λίθο του, σε σχέδια του Κρίστιαν Χάνσεν. Ταυτόχρονα, για να μπορέσουν να βρεθούν οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι για την ανέγερσή του, συγκροτήθηκε ερανική επιτροπή που αποτελούνταν από εξέχουσες μορφές του Αγώνα της Ανεξαρτησίας (όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γεώργιος Κουντουριώτης κ.ά.). Στον έρανο αυτό πολλοί ξένοι, ομογενείς, καθώς και πλήθος κόσμου πρόσφεραν τον οβολό τους. Το 1841 ολοκληρώθηκε η κύρια πτέρυγα του κτιρίου, τα γνωστά Προπύλαια, και τα μαθήματα μεταφέρθηκαν εκεί. Για να γραφτεί κανείς στο Πανεπιστήμιο αρκούσε το απολυτήριο του γυμνασίου. Δεν χρειάζονταν εξετάσεις, ενώ η φοίτηση ήταν δωρεάν. Την περίοδο αυτή στη χώρα υπήρχαν μόλις τρία γυμνάσια: Ναύπλιο, Αθήνα, Ερμούπολη. Την πρώτη χρονιά λειτουργίας του ιδρύματος παρακολούθησαν τα μαθήματα 52 φοιτητές και πολλοί ακροατές (νομικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, ιατροί κ.ά.). Το 1843 αποφοίτησε και ο πρώτος φοιτητής, ο Αναστάσιος Γούδας, από την Ιατρική Σχολή.

(Μέλη της Μεγάλης των Φοιτητών Επιτροπείας Προς Έννομον Άμυναν της Εθνικής Γλώσσης με τον γλωσσαμύντορα καθηγητή Γεώργιο Μιστριώτη το 1911)
Παράγοντας κοινωνικής αναπαραγωγής και κινητικότητας
Από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του το Πανεπιστήμιο ανέλαβε να εκπληρώσει μια σειρά από στόχους και να καλύψει σημαντικές κοινωνικές και πρακτικές ανάγκες του νεοσύστατου κράτους. Καταρχάς αναδείχτηκε από πολύ νωρίς ως ο κατεξοχήν παράγοντας κοινωνικής αναπαραγωγής και κινητικότητας σε όλη την ιστορική διαδρομή του ελληνικού κράτους. Έτσι, ενώ αρχικά ο αριθμός των φοιτητών ήταν περιορισμένος, αρκετά γρήγορα άρχισε να αυξάνεται και την πρώτη δεκαετία της λειτουργίας του ιδρύματος σχεδόν τριπλασιάστηκε. Ήταν ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα το οποίο προγραμματικά ενδιαφερόταν να συνδυάσει τη διδασκαλία με την έρευνα, όπως νοούνταν εκείνη την εποχή, να καλύψει μια σειρά αναγκών που σχετίζονταν με την ενημέρωση, την περίθαλψη, την πρόνοια και την υγεία, την πιστοποίηση προϊόντων, την εισαγωγή νέων τεχνολογιών κ.ά., στοιχεία δηλαδή που σήμερα εγγράφονται στις υποχρεώσεις της κρατικής μηχανής.

(Γερμανοί αξιωματικοί γιορτάζουν στην αίθουσα τελετών την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1941)
Το Πανεπιστήμιο συντέλεσε καθοριστικά στην εδραίωση των επιστημών και του συνόλου των πρακτικών που μορφοποιήθηκαν κατά τις διαδικασίες καθιέρωσής τους στην κοινωνία, στη διεύρυνση του χώρου δικαιοδοσίας τους, τη θεμελίωση θεσμών όπως είναι τα εργαστήρια, τα μουσεία και τα φροντιστήρια. Στους θεσμούς αυτούς αναπτύχθηκε έστω και σε πρωτόλεια μορφή η έρευνα, με σκοπό την κάλυψη λειτουργικών αναγκών της ελληνικής κοινωνίας. Εάν η στελέχωση της κρατικής μηχανής συνιστούσε τη μείζονα ανάγκη δημιουργίας ενός ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, από την άλλη πλευρά στον λόγο των κρατικών αξιωματούχων αλλά και των αρχών του Πανεπιστημίου τονιζόταν η «εθνική αποστολή» του, δηλαδή η χρησιμότητά του στην εξυπηρέτηση των ευρύτερων στόχων του μικρού βασιλείου στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες της περιοχής (Μεγάλη Ιδέα). Τονιζόταν ακόμη η συμβολή του στη συγκρότηση και την προβολή της ταυτότητας του ελληνικού έθνους-κράτους. Το Πανεπιστήμιο κλήθηκε να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος με τα άλλα μέλη της εθνικής κοινότητας και να ενισχύσει τους δεσμούς μαζί τους, ιδιαίτερα με εκείνους που βρίσκονταν στον χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Από πολύ νωρίς το Πανεπιστήμιο προσέλκυσε το ενδιαφέρον μιας μικρής αλλά σημαντικής μερίδας του ελληνικού πληθυσμού, αποτελώντας το πρώτο φοιτητικό σώμα, που έως το 1890 αποτελούνταν μόνο από άντρες. Η διεύρυνση του φοιτητικού πληθυσμού τα επόμενα χρόνια συνδέθηκε και με τη γυναικεία παρουσία. Το 1890 η πρώτη φοιτήτρια, η Ιωάννα Στεφανόπολι, έγινε δεκτή στη Φιλοσοφική Σχολή. Ακολούθησαν μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα μερικές δεκάδες γυναίκες ακόμη, ώσπου σταδιακά να επιτευχθεί η ισότιμη παρουσία τους.
Αν και αρχικά οι φοιτητές δεν αποτελούσαν διακριτή ομάδα σε σχέση με τους μαθητές, ήδη από την πρώτη στιγμή έκαναν δυναμική εμφάνιση στα δρώμενα της πόλης. Συμμετείχαν στους ποιητικούς και φιλολογικούς διαγωνισμούς, έγραφαν κείμενα στις εφημερίδες ή εξέδιδαν δικές τους, διοργάνωναν συμπόσια με αφορμή την 25η Μαρτίου συνδέοντάς τα με το αντιοθωνικό πλαίσιο της περιόδου και προκαλώντας σε πολλές περιπτώσεις τις αντιδράσεις των διωκτικών αρχών. Η εμφάνιση έτσι των φοιτητών στους δρόμους της πόλης συνδεόταν με τη διεκδίκηση μιας σειράς πανεπιστημιακών, κοινωνικών και πολιτικών αιτημάτων. Τον Μάιο του 1839 φοιτητές της Ιατρικής συμμετείχαν στα πρώτα γνωστά επεισόδια. Ζήτησαν από τον καθηγητή τους Δημήτριο Μαυροκορδάτο να παραδίδει το μάθημα του πιο αργά, ώστε να μπορούν να κρατούν σημειώσεις. Ο καθηγητής αρνήθηκε και οι φοιτητές πραγματοποίησαν τριήμερη αποχή. Ο Μαυροκορδάτος έφερε το θέμα στη Σύγκλητο κατηγορώντας τους φοιτητές για συνωμοσία, καθώς ήταν γιατρός του Όθωνα. Οι πανεπιστημιακές αρχές πραγματοποίησαν ανακρίσεις και καταδίκασαν δύο φοιτητές τους οποίους θεώρησαν πρωταίτιους σε οκτώ ημέρες κράτηση.

(Το εργαστήριο οργανικής χημείας του Πανεπιστημίου στις αρχές της δεκαετίας του ’20. Κάτω: Αίθουσα διδασκαλίας του Φαρμακευτικού Χημείου στα 1930)
Σκιαδικά. Επέμβαση, εγκατάσταση του στρατού στο Πανεπιστήμιο
Τα περισσότερο γνωστά επεισόδια ήταν τα λεγόμενα Σκιαδικά τον Μάιο του 1859, τα οποία στόχο είχαν το οθωνικό περιβάλλον και μαζί με άλλα γεγονότα οδήγησαν το 1862 στην έξωση του Όθωνα ενώ ενίσχυσαν το κύρος των φοιτητών ως δυναμικής συνιστώσας του αντιδυναστικού αγώνα. Τα επεισόδια ξεκίνησαν όταν μαθητές και φοιτητές της Αθήνας φόρεσαν εγχώρια αντί για εισαγόμενα θερινά καπέλα, τα λεγόμενα σκιάδια, ώστε να ενισχύσουν την ελληνική βιοτεχνία, γεγονός που οδήγησε σε συγκρούσεις στο Πεδίον του Άρεως, προκαλώντας την επέμβαση της αστυνομίας, η οποία συνέλαβε και φυλάκισε τρεις μαθητές του γυμνασίου. Οι νέοι αντέδρασαν πηγαίνοντας στο αστυνομικό τμήμα όπου κρατούνταν οι μαθητές και διεκδίκησαν την απελευθέρωσή τους. Μετά την άρνηση της αστυνομίας ακολούθησαν συγκρούσεις καθώς και διαδηλώσεις στο κέντρο της πόλης, στις οποίες συμμετείχαν ολοένα και περισσότεροι νέοι και άλλοι πολίτες. Οι διαμαρτυρίες συνεχίστηκαν και την επόμενη ημέρα, με αποτέλεσμα την επέμβαση του στρατού, ο οποίος απομάκρυνε φοιτητές από το Πανεπιστήμιο, στο οποίο εγκαταστάθηκε στρατιωτικό τμήμα, ενώ διακόπηκαν και τα μαθήματα.
Η έξωση του Όθωνα επέφερε σημαντικές πολιτικές αλλαγές, οι οποίες επηρέασαν και το ίδρυμα. Καταρχάς δημιουργήθηκε η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα, το πρώτο και μόνο οπλισμένο σώμα φοιτητών, που ως μέρος της πολιτοφυλακής ανέλαβε να διατηρήσει την τάξη στην εξεγερμένη πόλη. Τον Οκτώβριο 1862 η Προσωρινή Κυβέρνηση αποφάσισε τη μετονομασία του Πανεπιστημίου από Οθώνειο σε Εθνικό, ως «ίδρυμα κοινόν ολοκλήρου του έθνους». Το Πανεπιστήμιο άρχισε να αλλάζει, η διεύρυνση της πανεπιστημιακής κοινότητας (διδασκόντων και φοιτητικού σώματος) στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα συνδέθηκε με την ενεργή συμμετοχή στον δημόσιο βίο και το επιστημονικό κύρος του ιδρύματος ήταν πλέον αδιαμφισβήτητο. Η ανάπτυξή του υπήρξε ιδιαίτερα δυναμική την περίοδο αυτή: συμπορεύτηκε με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές εξελίξεις και την εμφάνιση του θετικισμού και συγκρότησε εκπαιδευτικές και ερευνητικές υποδομές (εργαστήρια, σπουδαστήρια, κλινικές, νοσοκομεία, μουσεία, χημείο κ.λπ.) ανταποκρινόμενο σε ένα βασικό αίτημα της εποχής, αυτό του αστικού εκσυγχρονισμού, διατυπωμένο κυρίως από τις κυβερνήσεις του Χαρίλαου Τρικούπη και όλους όσοι τον ακολούθησαν, το οποίο κυριάρχησε στην πολιτική ζωή.
Οι προαναφερθείσες ποιοτικές και ποσοτικές αλλαγές, ταυτόχρονα με τις νομοθετικές παρεμβάσεις, συνδέθηκαν με την έννοια της «εθνικής προόδου» και της εδραίωσης της επιστήμης μες στην κοινωνία. Αυτό που χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή τον θεσμό είναι η στροφή προς την εξειδίκευση και την επαγγελματική κατάρτιση. Τα προγράμματα μαθημάτων διευρύνθηκαν και αναβαθμίστηκαν, θεσμοθετήθηκαν νέες έδρες και εκλέχθκαν καθηγητές για να τις στελεχώσουν. Ακόμη αυξήθηκαν οι ώρες διδασκαλίας, ενώ εισάχθηκαν νέα γνωστικά αντικείμενα και θεματικές. Η σημαντικότερη θεσμική μεταβολή ήταν η ανάθεση της ευθύνης του πανεπιστημιακού διδακτικού προσωπικού στις σχολές. Ενισχύθηκε ακόμη η επιστημονική επαγγελματική στοχοθεσία της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Στο πνεύμα της στροφής προς τις πιο πρακτικές γνώσεις, το 1904 η Φιλοσοφική χωρίστηκε σε δύο σχολές: τη Φιλοσοφική και τη Σχολή Φυσικών και Μαθηματικών Επιστημών.

(Φοιτητική διαδήλωση στις 25 Μαρτίου 1942 στην οδό Σόλωνος)
Ο Χαρίλαος Τρικούπης επιβάλλει δίδακτρα. Οι φοιτητές συγκρούονται μεταξύ τους
Το 1892 η κυβέρνηση Χαρίλαου Τρικούπη στο πλαίσιο της αυστηρής δημοσιονομικής της πολιτικής αλλά και ενδεχομένως επιχειρώντας να περιορίσει τον αριθμό των φοιτητών επέβαλε δίδακτρα για τις πανεπιστημιακές σπουδές. Η αντίδραση των φοιτητών ήταν άμεση και ιδιαίτερα επικριτική. Τον Σεπτέμβριο του 1892 οργάνωσαν μεγάλα συλλαλητήρια στο κέντρο της πόλης, των οποίων η συνηθισμένη κατάληξη ήταν η σύγκρουση με όσους εκ των συναδέλφων τους πρέσβευαν τα αντίθετα και στο τέλος με την αστυνομία. Στην αυγή του 20ού αιώνα το φοιτητικό σώμα εξακολούθησε να είναι ιδιαίτερα μαχητικό και σύνδεσε την περίοδο αυτήν τη δράση του με ένα νέο ζήτημα που ταλάνισε την ελληνική κοινωνία: το γλωσσικό. Στο γλωσσικό ζήτημα το Πανεπιστήμιο ηγήθηκε του αντιδημοτικιστικού αγώνα, διακηρύσσοντας τους φόβους του για την πιθανή επικράτηση της δημοτικής γλώσσας. Η στάση του προκάλεσε τον χαρακτηρισμό του ως αρχαιόπληκτου και αντιδραστικού. Οι φοιτητές πρωτοστάτησαν στις διαμαρτυρίες προκαλώντας δύο από πιο γνωστά επεισόδια στην ιστορία του φοιτητικού κινήματος, τα πολύνεκρα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά. Και στις δύο περιπτώσεις οι φοιτητές υπερασπίστηκαν μαζί με τους καθηγητές τους την αρχαία ελληνική γλώσσα ενάντια σε οποιαδήποτε μετάφραση στη δημοτική, στο πλαίσιο ενός έντονου μεγαλοϊδεατισμού.
Το κίνημα στο Γουδί το 1909 και οι ανακατατάξεις που προκάλεσε στον δημόσιο βίο επηρέασαν καταλυτικά την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Η σημαντικότερη θεσμική τροποποίηση ήταν η επικύρωση του νέου κανονισμού λειτουργίας του Αθήνησι (έπειτα από 84 χρόνια διατήρησης του προσωρινού) με νομοθεσία της νεοσύστατης κυβέρνησης του Ελευθέριου Βενιζέλου. Είχε προηγηθεί το 1910 η μεγαλύτερη στην έως τότε ιστορία του Πανεπιστημίου εκκαθάριση του διδακτικού προσωπικού, καθώς απολύθηκαν 17 από τους 54 καθηγητές. Με βάση τον οργανισμό του 1911, το Πανεπιστήμιο Αθηνών διαιρέθηκε σε δύο αντίστοιχα ιδρύματα ώστε να καλυφθούν οι ρήτρες που είχε θέσει με το κληροδότημά του ο Ιωάννης Δομπόλης: το Εθνικό και το Καποδιστριακό. Στο πρώτο ανήκαν η Ιατρική Σχολή, στην οποία προσαρτήθηκαν το Φαρμακευτικό Σχολείο, το Οδοντιατρικό Σχολείο το οποίο ιδρύθηκε με τον νέο κανονισμό και η Φυσικομαθηματική Σχολή, στην οποία το 1919 προστέθηκε και το Χημικό τμήμα. Το Καποδιστριακό περιλάμβανε τις Φιλοσοφική, Θεολογική και Νομική Σχολή. Τα δύο πανεπιστήμια είχαν στην πραγματικότητα κοινό οργανισμό και κοινή διοίκηση. Το Πανεπιστήμιο ενοποιήθηκε πάλι με νέο οργανισμό το 1922 και το 1932 απέκτησε τον σημερινό του τίτλο: Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών.

(Ο νόμος-πλαίσιο του 1982 συνέβαλε καθοριστικά στον επαναπροσδιορισμό της φυσιογνωμίας των πανεπιστημίων)
Στις ταραγμένες δεκαετίες των πολέμων
Στις πρώτες ταραγμένες δεκαετίες του 20ού αιώνα το Πανεπιστήμιο συμμετείχε ενεργά στους εθνικούς αγώνες: Βαλκανικοί, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, μικρασιατική εκστρατεία. Στα χρόνια που ακολούθησαν το ίδρυμα έζησε όλες τις μεγάλες πολιτικές αλλαγές. Στον Εθνικό Διχασμό το διδακτικό προσωπικό του υπέστη μια σειρά από εκκαθαρίσεις. Το ΕΚΠΑ στάθηκε αρνητικό απέναντι σε όλες τις εκπαιδευτικές βενιζελικές μεταρρυθμίσεις, με αιχμή την αντίθεσή του προς τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ο Ελ. Βενιζέλος, θέλοντας να συνδέσει την εκπαίδευση με την παραγωγή και τις νέες ανάγκες που δημιουργούσε η διεύρυνση των οικονομιών και εμπορικών δραστηριοτήτων, προχώρησε στην ίδρυση της Γεωπονικής Σχολής και της Ανωτάτης Σχολής Εμπορικών Επιστημών αντίστοιχα. Το Αθήνησι κράτησε σχετικά επιφυλακτική θέση, χωρίς ωστόσο να εκφράσει την άμεση αντίθεσή του. Ουσιαστικά απώλεσε την πρωτοκαθεδρία του με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1926, οπότε και αντέδρασε σθεναρά. Αργότερα στη δεκαετία του 1930 ο Βενιζέλος προχώρησε και στην ίδρυση της Ελευθέρας Σχολής Πολιτικών Οικονομικών Επιστημών (σήμερα Πάντειο Πανεπιστήμιο). Οι κυβερνήσεις του Ελευθέριου Βενιζέλου επιχείρησαν να ορίσουν ένα νέο πλαίσιο για την ανώτατη εκπαίδευση. Το 1931 ορίστηκε ως πρώτος κυβερνητικός επίτροπος για την εποπτεία των Πανεπιστημίων Αθήνας και Θεσσαλονίκης ο διεθνούς φήμης μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Ο θεσμός δεν μακροημέρευσε, ενώ το 1932 ψηφίστηκε ο νέος πανεπιστημιακός οργανισμός, ο μακροβιότερος στον 20ό αιώνα (1932-82).
Την περίοδο αυτή το Πανεπιστήμιο διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο ως προς τις υποδομές του. Οι σχολές απέκτησαν νέα κτίρια, όπως εκείνα των Θεωρητικών Επιστημών στην οδό Σόλωνος και της Ιατρικής στο Γουδί. Το 1926 καθιερώθηκαν οι εισαγωγικές εξετάσεις σε όλες τις πανεπιστημιακές σχολές λόγω της σημαντικής αύξησης του αριθμού των εισακτέων. Το 1938 η Αγγελική Παναγιωτάτου, η οποία είχε επιλεγεί ως πρώτη γυναίκα υφηγήτρια το 1908, εκλέχθηκε και ως πρώτη έκτακτη καθηγήτρια των Τροπικών Νόσων στην Ιατρική Σχολή.
Η αύξηση του αριθμού των φοιτητών και φοιτητριών έθετε πιο έντονα το ζήτημα της εκπροσώπησής τους. Από το 1911, αρχικά με την άδεια του πρύτανη, επιτράπηκε η ίδρυση φοιτητικών ενώσεων και σωματείων ανά σχολή, φαινόμενο που πύκνωσε ιδιαίτερα στον μεσοπόλεμο. Την ίδια περίοδο στα φοιτητικά προαύλια εισάχθηκαν οι αριστερές ιδέες, ιδιαίτερα μετά τη δημιουργία του ΣΕΚΕ (1918). Στον ευαίσθητο χώρο του Πανεπιστημίου η ριζοσπαστικοποίηση του φοιτητικού κινήματος και ο κεντρικός ρόλος της Αριστεράς, κυρίως κομμουνιστικής, στη συγκρότησή του, ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 και μετά, λειτούργησαν καταλυτικά στη δημόσια παρουσία του, αναδιαμορφώνοντας τελείως τους στόχους και τις πρακτικές του. Η δημοτική γλώσσα κυριαρχούσε πλέον στις φοιτητικές συσσωματώσεις, διαμορφώνοντας μαζί με την αριστερή πολιτική τοποθέτηση ένα νέο είδος φοιτητή. Οι φοιτητικές συσσωματώσεις αυξήθηκαν, αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό, σε μια εποχή συνεχών μεταβολών, τον πολιτικό χάρτη της χώρας. Στα αιτήματα των φοιτητών είχαν προστεθεί νέα, στενά συνδεδεμένα με τη συγκυρία: σταθεροποίηση των διδάκτρων για τους φοιτητές, ελάττωσή τους και κατάργηση των γραπτών εξετάσεων για τους στρατιώτες και έφεδρους φοιτητές, αλλαγή καθεστώτος για την έκδοση και διακίνηση των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, απόλυση των φυλακισμένων και εξόριστων φοιτητών κ.ά.

(Η εξέγερση της Νομικής Σχολής τον Φεβρουάριο του 1973 αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές του αντιδικτατορικού νεανικού αγώνα)
H δικτατορία του Μεταξά επιχείρησε να καταλύσει νομοθετικά την αυτονομία του, όπως και όλης της ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ άσκησε διώξεις σε διδάσκοντες, φοιτητές και φοιτήτριες. Η δεκαετία του 1940 ο πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος άνοιξαν μια άλλη ταραγμένη σελίδα στην ιστορία του ιδρύματος. Σε μεγάλο βαθμό υπολειτούργησε, όπως και όλη η υπόλοιπη εκπαίδευση, ενώ τα ακαδημαϊκά έτη συρρικνώθηκαν. Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου δεκάδες μέλη του πανεπιστημιακού προσωπικού επιστρατεύτηκαν στο μέτωπο μαζί με τους χιλιάδες άλλους Έλληνες που κλήθηκαν να πολεμήσουν τον ιταλικό φασισμό. Άλλοι πάλι έμειναν στα μετόπισθεν προσφέροντας τις υπηρεσίες τους από εκεί. Το Πανεπιστήμιο είχε και τις δικές του πικρές απώλειες. Καταρχάς τον καθηγητή της Ιατρικής Ξενοφώντα Κοντιάδη (190341), ο οποίος σκοτώθηκε στον αεροπορικό βομβαρδισμό του Στρατιωτικού Νοσοκομείου στα Ιωάννινα ενώ χειρουργούσε, αλλά και φοιτητές που έχασαν τη ζωή τους στο μέτωπο. Μετά τη συνθηκολόγηση ξεκίνησε για το Πανεπιστήμιο, όπως και για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, μια περίοδος πρωτόγνωρης βαναυσότητας και δυσχερειών, υπό τις διαταγές των αρχών κατοχής και των εγχώριων συνεργατών τους. Πολλά πανεπιστημιακά κτίρια επιτάχθηκαν από τις δυνάμεις κατοχής, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις προκάλεσαν σημαντικούς βανδαλισμούς.
Πολλά μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας του Αθήνησι αντιστάθηκαν σε πολλές από τις επιδιώξεις των δυνάμεων κατοχής, αρκετοί διώχθηκαν ή απολύθηκαν, ενώ υπήρξαν και περιπτώσεις καθηγητών που συνεργάστηκαν από διάφορες θέσεις με τις αρχές κατοχής, με σημαντικότερο τον δωσίλογο πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο. Ωστόσο σημειώνουμε και τις πιο φωτεινές στιγμές αντίστασης, κυρίως του φοιτητικού κινήματος. Στις 28 Οκτωβρίου 1941 εκατοντάδες φοιτητές έφυγαν από τα Προπύλαια αφού δαφνοστεφάνωσαν τους ήρωες του 1821 για να κατευθυνθούν στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Στις 24 Μαρτίου 1942, με το εμβατήριο «Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά», χίλιοι περίπου φοιτητές κατευθύνθηκαν από τα Εξάρχεια στο Κολωνάκι για να στεφανώσουν τα αγάλματα των Φιλικών, ενώ η Πανεπιστημιακή Λέσχη, η οποία λειτουργούσε από τον μεσοπόλεμο, μεταβλήθηκε σε χώρο αντίστασης.
Μετά την Απελευθέρωση και στον Εμφύλιο, στο κλίμα της εποχής, υπήρξε μια σειρά από εκκαθαρίσεις του προσωπικού του Πανεπιστημίου, καθώς και πειθαρχικές διώξεις φοιτητών και φοιτητριών. Το πνεύμα της εθνικοφροσύνης αποτέλεσε τον σημαντικότερο εκφραστή της κυρίαρχης μετεμφυλιακής ιδεολογίας. Στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτικής, το 1948 συγκροτήθηκαν και στην ανώτατη εκπαίδευση τα συμβούλια νομιμοφροσύνης (τα οποία καταργήθηκαν το 1974) για τον έλεγχο των κοινωνικών φρονημάτων.
Τη δεκαετία του ’50 το φοιτητικό κίνημα αρχίζει σταδιακά να επανακάμπτει με αφορμή το κυπριακό ζήτημα, ενώ προς αυτή την κατεύθυνση κινητοποιήθηκε σύσσωμη η πανεπιστημιακή κοινότητα, η οποία συμμετείχε ενεργά στις διαμαρτυρίες. Στη δεκαετία του 1960 το ΕΚΠΑ, χάρη και στην κατάργηση των διδάκτρων από την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, γνώρισε εντυπωσιακή αύξηση των φοιτητών και φοιτητριών του. Το ποσοστό του συνόλου των εγγεγραμμένων φοιτητών στα μέσα της δεκαετίας του 1960 αυξήθηκε περίπου κατά 28% σε σύγκριση με την προπολεμική περίοδο. Συνθήματα όπως το «114» ή το «15% για την παιδεία» αντηχούσαν στους δρόμους της Αθήνας, ενώ το φοιτητικό κίνημα πρωτοστατούσε στις συλλογικές διαμαρτυρίες, συγκροτώντας μια κρίσιμη παράμετρο στο πολιτικό σκηνικό. Το 1963 ιδρύθηκε η ΕΦΕΕ, αποτέλεσμα του 4ου Πανσπουδαστικού Συνεδρίου. Η ίδρυσή της επηρεάστηκε από τις αντίστοιχες εξελίξεις στη Γαλλία, δείγμα των πολλαπλών συναντήσεων και ωσμώσεων ανάμεσα στο ελληνικό και το διεθνές φοιτητικό κίνημα σε μια δεκαετία εξεγέρσεων και διεκδικήσεων της νεολαίας. Οι συζητήσεις για την αναδιοργάνωση της ανώτατης εκπαίδευσης ήταν βασικό απότοκο της γενικότερης μεταστροφής και της ώθησης προς τα αγγλοσαξονικά πρότυπα δομής και οργάνωσης. Η μεγάλη ζήτηση για πανεπιστημιακή εκπαίδευση και η εκροή φοιτητών στο εξωτερικό άνοιξαν την προβληματική για τη δημιουργία νέων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Στο πλαίσιο αυτό το Πανεπιστήμιο Αθηνών αποτελούσε τον βασικό συνομιλητή.
Αυτή η δυναμική δεκαετία του ’60 ανακόπηκε βίαια. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 επιχείρησε τον συνολικό έλεγχο της ανώτατης εκπαίδευσης με απολύσεις καθηγητών, την καθιέρωση του κυβερνητικού επιτρόπου, τη διάλυση του φοιτητικού κινήματος. Τα πρώτα χρόνια της σιωπής και της ανοχής σημαντικού μέρους της πανεπιστημιακής κοινότητας, με σημαντικές εξαιρέσεις, διαδέχτηκε η αντίδραση του φοιτητικού κινήματος. Η εξέγερση της Νομικής Σχολής τον Φεβρουάριο του 1973 αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές του αντιδικτατορικού νεανικού αγώνα. Η συμβολή του φοιτητικού κινήματος στην ανατροπή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου καθόρισε την έντονη παρουσία του στη μεταπολίτευση. Ήδη από τη δεκαετία του 1960 αλλά κατά βάση στη μεταπολίτευση νέα, περιφερειακά κυρίως ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα δημιουργήθηκαν, αναλαμβάνοντας να καλύψουν τις ανάγκες για στελέχωση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα εργασίας και για παραγωγή έρευνας, περιορίζοντας τον ρόλο των παλαιότερων πανεπιστημίων, μεταξύ αυτών και εκείνου της Αθήνας, το οποίο υπέστη σημαντική ανασημασιοδότηση της συντηρητικής εν πολλοίς φυσιογνωμίας του το προηγούμενο διάστημα.

(Η εξέγερση της Νομικής Σχολής τον Φεβρουάριο του 1973 αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές του αντιδικτατορικού νεανικού αγώνα)
Από τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης το φοιτητικό σώμα έκανε πολύ πιο δυναμική την παρουσία του, ενώ το 1978 η «απεργία των 100 ημερών» σηματοδότησε την εμφάνιση του ειδικού διδακτικού προσωπικού στο προσκήνιο, μιας κατηγορίας εργαζομένων του ιδρύματος που από την ίδρυσή του είχε παραμείνει στην αφάνεια. Σημαντικές υπήρξαν και οι επιστημονικές εξελίξεις. Καινοτόμα γνωστικά αντικείμενα εισάχθηκαν στο πρόγραμμα σπουδών και δημιουργήθηκαν νέα εργαστήρια, κλινικές, σπουδαστήρια, ενισχύοντας τα παλαιότερα και προσδίδοντας στην εκπαίδευση των φοιτητών και φοιτητριών αλλά και στη συνολικότερη φυσιογνωμία του ΕΚΠΑ πιο ερευνητικό χαρακτήρα. Το ίδρυμα στελεχώθηκε από καινούργιο, πολυπληθέστερο επιστημονικό δυναμικό, το οποίο είχε στενή σχέση με τη σύγχρονη διεθνή επιστημονική σκέψη. Η νομοθετική αλλαγή με τον νόμο-πλαίσιο του 1982 –επίσης έναν από τους μακροβιότερους νόμους για την ανώτατη εκπαίδευση, που καταργήθηκε το 2007– συνέβαλε καθοριστικά στον επαναπροσδιορισμό της φυσιογνωμίας του ιδρύματος, με βάση και τον νέο χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα. Η κατάργηση του θεσμού της έδρας συντέλεσε σε έναν πιο ευέλικτο και σίγουρα πολύ πιο δημοκρατικό τρόπο οργάνωσης της πανεπιστημιακής ζωής. Σε αυτή την κατεύθυνση, παρά τις κριτικές που δέχτηκε και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν, κινήθηκε και η θεσμοθέτηση της συμμετοχής όλων των συνιστωσών της πανεπιστημιακής διαδικασίας (διδακτικό και διοικητικό προσωπικό, φοιτητικό σώμα) στη διοίκηση του ιδρύματος.
Παράλληλα υπήρξε μια εντυπωσιακή διεύρυνση των σχολών και των τμημάτων του ΕΚΠΑ. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, σε ένα συνεχώς διευρυνόμενο αριθμητικά –τόσο από φοιτητές και φοιτήτριες όσο και από διδακτικό προσωπικό– Πανεπιστήμιο η θεσμοθέτηση των μεταπτυχιακών σπουδών και τα ευρωπαϊκά προγράμματα έρευνας συντέλεσαν καθοριστικά στην ανάπτυξη των ερευνητικών υποδομών αλλά και των σχετικών δραστηριοτήτων του ιδρύματος. Σήμερα το ΕΚΠΑ κατατάσσεται ανάμεσα στα καλύτερα πανεπιστημιακά ιδρύματα του κόσμου, αποτέλεσμα της συστηματικής δουλειάς ολόκληρης της επιστημονικής κοινότητας. Παρά τις αντιξοότητες που αντιμετώπισε λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης (σημαντική μείωση των δαπανών για την παιδεία, μείωση του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού, περιορισμό των αποθεματικών λόγω του PSI κ.ά.), το Πανεπιστήμιο κατάφερε να ανταποκριθεί στις επιτακτικές ανάγκες διδασκαλίας και έρευνας. Τον τελευταίο χρόνο η πανδημία του SARSCoV2 επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη συνολική λειτουργία του ιδρύματος (εξ αποστάσεως εκπαίδευση και εργασία κ.λπ.). Ταυτόχρονα όμως σημειώνεται η καθημερινή ενεργή παρουσία του επιστημονικού προσωπικού του στην καταπολέμηση της πανδημίας, κυρίως στους τομείς της ιατρικής, της φαρμακολογίας και της χημείας. Το Πανεπιστήμιο, όπως και παλιότερα, ανέδειξε την αξία του κοινωνικού του ρόλου σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές. Η διαφύλαξη του δημόσιου χαρακτήρα του, του αυτοδιοίκητου και της ακαδημαϊκής του ελευθερίας αποτελούν αδιαμφισβήτητες προϋποθέσεις της επιστημονικής και κοινωνικής του παρουσίας.
Ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής Θεωρίας και Ιστορίας Ιστοριογραφίας στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ καθώς και πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Ιστορικού Αρχείου ΕΚΠΑ.
Η Χάιδω Μπάρκουλα ανήκει στο εργαστηριακό διδακτικό προσωπικό στο τμήμα Κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ και είναι υπεύθυνη του ερευνητικού έργου και αρχειακών συλλογών του Ιστορικού Αρχείου ΕΚΠΑ.
** Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #98 του HotDoc.History που κυκλοφόρησε στις 11 Απριλίου 2021. Διατηρούνται οι ιδιότητες των προσώπων όπως είχαν την εποχή της δημοσίευσης.
Πηγή: documentonews.gr