Στο ζήτημα της συμφωνίας Mercosur, των επιπτώσεών της στην αγροτική παραγωγή και, κυρίως, στα θέματα ασφάλειας τροφίμων, αναφέρθηκε ο Καθηγητής Αναλυτικής Χημείας και Αναπληρωτής Πρόεδρος του Συμβουλίου Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Θωμαΐδης, μιλώντας στην ΕΡΤ και στην εκπομπή «Σαββατοκύριακο από τις 5».
Απαντώντας σε ερωτήματα σχετικά με τις ανησυχίες που εκφράζονται για τα φυτοφάρμακα, τα μεταλλαγμένα και γενικότερα για την ποιότητα και την ασφάλεια των εισαγόμενων προϊόντων από χώρες της Mercosur, τόνισε ότι το ζήτημα της ασφάλειας τροφίμων αντιμετωπίζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση με εξαιρετικά αυστηρό και θεσμικά οργανωμένο τρόπο. Όπως υπογράμμισε, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί έναν χώρο υψηλής συμμόρφωσης, με εκτεταμένους και συστηματικούς ελέγχους, που δεν συγκρίνονται εύκολα με άλλες περιοχές του κόσμου.
Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία που αποτυπώνουν το εύρος και την ένταση των ελέγχων. Ετησίως, στην Ευρωπαϊκή Ένωση διενεργούνται περίπου 150.000 έλεγχοι για την παρουσία φυτοφαρμάκων στα τρόφιμα. Η μέση μη συμμόρφωση κυμαίνεται γύρω στο 3%. Ειδικότερα, για τα εισαγόμενα προϊόντα από τρίτες χώρες, το ποσοστό μη συμμόρφωσης ανέρχεται περίπου στο 4%, ενώ για τα προϊόντα που παράγονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 1,5%.
Όπως επισήμανε, αυτό σημαίνει ότι τα εισαγόμενα προϊόντα από τρίτες χώρες –μεταξύ αυτών και χώρες της Mercosur– εμφανίζουν περίπου τριπλάσιο ποσοστό μη συμμόρφωσης σε σχέση με τα ευρωπαϊκής παραγωγής. Παρ’ όλα αυτά, τα ποσοστά αυτά παραμένουν συνολικά χαμηλά, γεγονός που καταδεικνύει την αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού συστήματος ελέγχων.
Αναφερόμενος στο ζήτημα των αντιβιοτικών και της ζωικής παραγωγής, σημείωσε ότι εκεί εντοπίζεται ένας από τους βασικούς προβληματισμούς σε σχέση με τη συμφωνία Mercosur. Οι εισαγωγές ζωικών προϊόντων, και κυρίως κρέατος, αποτελούν έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα. Ωστόσο, όπως τόνισε, οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εξαιρετικά εκτεταμένοι και αυστηροί.
Συγκεκριμένα, ετησίως λαμβάνονται περίπου 550.000 δείγματα ζωικών προϊόντων. Η μέση μη συμμόρφωση στα εισαγόμενα ζωικά προϊόντα ανέρχεται περίπου στο 0,3%, ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό, ενώ για τα αντίστοιχα προϊόντα ευρωπαϊκής παραγωγής το ποσοστό μη συμμόρφωσης είναι της τάξης του 0,1%. Και σε αυτή την περίπτωση, τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες εμφανίζουν περίπου τριπλάσια μη συμμόρφωση, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί το γεγονός ότι συνολικά οι έλεγχοι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικοί.
Ο Καθηγητής κ Ν. Θωμαΐδης υπογράμμισε ότι τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες προϊόντα ελέγχονται υποχρεωτικά και όχι δειγματοληπτικά ή προαιρετικά. Οι έλεγχοι πραγματοποιούνται τόσο στα σημεία εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και σε διάφορα στάδια της αλυσίδας διανομής, διασφαλίζοντας την προστασία του καταναλωτή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και σε ένα κρίσιμο, αλλά λιγότερο γνωστό ζήτημα: το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία –κυρίως της Γερμανίας και σε μικρότερο βαθμό της Γαλλίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Ουγγαρίας και της Ισπανίας– παράγει περίπου το 50% των χημικών ουσιών που είναι απαγορευμένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ουσίες αυτές, αν και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται εντός της Ε.Ε., εξάγονται σε τρίτες χώρες, μεταξύ των οποίων και χώρες της Mercosur, όπου η χρήση τους είναι νόμιμη.
Το κρίσιμο ζήτημα, όπως τόνισε, είναι να μην «επιστρέφουν» αυτά τα προϊόντα στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω των εισαγωγών. Με δεδομένο ότι μετά τη συμφωνία Mercosur αναμένεται αύξηση των εισαγωγών από χώρες της Λατινικής Αμερικής, το βασικό ερώτημα είναι αν οι υφιστάμενοι μηχανισμοί θα επαρκούν για να καλύψουν τον αυξημένο όγκο ελέγχων. Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και ο βασικός προβληματισμός.
Κατά την άποψή του, εφόσον αυτό το σενάριο επιβεβαιωθεί, είναι υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προχωρήσει σε περαιτέρω ενίσχυση των ελέγχων. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ίσως η μόνη περιοχή παγκοσμίως όπου διενεργούνται τόσο πολλοί και τόσο συστηματικοί έλεγχοι στον τομέα της ασφάλειας τροφίμων.
Αναφερόμενος στις επιπτώσεις της συμφωνίας Mercosur για τον ελληνικό αγροτικό τομέα, επισήμανε ότι θεωρητικά η συμφωνία θα μπορούσε να ευνοήσει τις εξαγωγές ελληνικού ελαιολάδου και, σε μικρότερο βαθμό, της ελιάς, λόγω της μείωσης των δασμών. Ωστόσο, τόνισε ότι οι χώρες της Mercosur χαρακτηρίζονται από χαμηλή κατανάλωση ελαιολάδου και διατηρούν ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς κυρίως με την Ισπανία και την Ιταλία, και ειδικά με την Ισπανία, η οποία διαθέτει τεράστιους όγκους παραγωγής.
Κατά συνέπεια, η εκτίμησή του είναι ότι ο ελληνικός κλάδος δεν πρόκειται να ωφεληθεί ουσιαστικά από τη συμφωνία Mercosur.
Τέλος, αναφέρθηκε και στο ζήτημα της παραπλάνησης των καταναλωτών σε προϊόντα ελιάς. Όπως σημείωσε, κατάγεται από τη Λέσβο και έχει άμεση σχέση με την ελαιοπαραγωγή. Στο πλαίσιο ερευνών που έχουν πραγματοποιηθεί, έχουν αναλυθεί δείγματα εισαγόμενων ελιών που διατίθενται στην αγορά ως «Καλαμών», κυρίως σε περιόδους που η ελληνική παραγωγή δεν επαρκεί. Οι κύριες χώρες προέλευσης των εισαγωγών αυτών είναι η Αίγυπτος και η Χιλή.
Με μεθόδους που έχουν αναπτυχθεί και παρουσιαστεί στο Υπουργείο, όπως τόνισε, είναι απολύτως εφικτό να γίνει ο σαφής και τεκμηριωμένος διαχωρισμός και να αποδειχθεί ότι τα προϊόντα αυτά δεν είναι ελιές Καλαμών. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα ένας καταναλωτής μπορεί να αγοράζει ελιές με ελληνική ονομασία, οι οποίες στην πραγματικότητα προέρχονται από τρίτες χώρες, γεγονός που πλήττει τόσο τον καταναλωτή όσο και τον Έλληνα παραγωγό.
Η παρέμβασή του ανέδειξε τη σημασία της επιστημονικής τεκμηρίωσης, των αυστηρών ελέγχων και της ενίσχυσης των ευρωπαϊκών μηχανισμών εποπτείας, ως βασικών πυλώνων για την ασφάλεια τροφίμων και τη διαφύλαξη της αγροτικής παραγωγής.
Δείτε το βίντεο στο https://nikosthomaidis.gr/%cf%84%ce%b7%ce%bb%ce%b5%ce%bf%cf%80%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%8d%ce%be%ce%b5%ce%b9%cf%82/