Skip to content Skip to sidebar Skip to footer
maravegias napoleon new 252863 230702 type12716

γράφει ο Ναπολέων Μαραβέγιας* | Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Καθώς πλησιάζει η ημερομηνία του Ιουλίου όπου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα αυξήσει τα επιτόκια κατά 0,25%, οι ανησυχίες για τα κρατικά ομόλογα των χωρών του ευρωπαϊκού μεσογειακού Νότου εντείνονται. Οι βόρειες χώρες, με πρώτη τη Γερμανία, πιέζουν για μεγαλύτερες αυξήσεις των επιτοκίων από την ΕΚΤ, προκειμένου να καμφθεί ο πληθωρισμός, ενώ η κυρία Λαγκάρντ ανησυχεί για την ανακοπή της αναπτυξιακής δυναμικής των χωρών της ευρωζώνης και για την εξέλιξη των αποκλίσεων (spreads) της απόδοσης των ομολόγων των νότιων ευρωπαϊκών χωρών (Ιταλίας, Ελλάδας, Πορτογαλίας, Ισπανίας).

Η επαναγορά των ομολόγων της Ιταλίας και της Ελλάδας, με χρήματα των ομολόγων των βόρειων χωρών που λήγουν, έχει περιορίσει την αύξηση των αποδόσεών τους (επιτοκίων τους) τις τελευταίες ημέρες κάτω από το 4%. Αυτή η μέθοδος συγκράτησης των αποκλίσεων (spreads) μεταξύ των βόρειων και των νότιων μεσογειακών χωρών της ευρωζώνης προφανώς έχει τα όριά της. Ηδη προτείνεται από τη γερμανική πλευρά η στήριξη αυτή να συνδεθεί με περιορισμούς στη δημοσιονομική τους διαχείριση.

Φαίνεται ότι υπάρχουν αντιρρήσεις, αλλά και αμφιβολίες κατά πόσο η ΕΚΤ μπορεί και πρέπει να περιορίζει την αύξηση των αποδόσεων (επιτοκίων) των ομολόγων των μεσογειακών χωρών της ευρωζώνης. Η συγκρατημένη πολιτική αύξησης των επιτοκίων από την ΕΚΤ έχει στοιχίσει στο ευρώ υποτίμηση κατά 10% περίπου σε σχέση με το δολάριο, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη αύξηση των τιμών της ενέργειας στην Ε.Ε., εφόσον πληρώνεται σε δολάρια. Επιπλέον, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αυξάνεται στην ευρωζώνη, από 8,1% τον Μάιο στο 8,6% τον Ιούνιο κατά μέσο όρο (στη χώρα μας από 10,5% τον Μάιο στο 12% τον Ιούνιο). Ετσι, οι πιθανότητες να αυξήσει η ΕΚΤ και πάλι τα επιτόκια τον Σεπτέμβριο, όπως έχει ανακοινώσει, είναι σημαντικές. Συνεπώς, οι χώρες της ευρωζώνης του μεσογειακού Νότου θα αντιμετωπίσουν σύντομα σοβαρά προβλήματα δανεισμού και αναχρηματοδότησης του χρέους τους.

Ειδικότερα η Ιταλία, η οποία χρειάζεται υψηλό δανεισμό από τις αγορές, θα βρεθεί αντιμέτωπη με μεγάλες δυσκολίες, παρά τη εμπιστοσύνη που εμπνέει ο πρωθυπουργός Μάριο Ντράγκι. Αντίθετα, η χώρα μας δεν φαίνεται να έχει τόσο σοβαρό πρόβλημα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της είναι ρυθμισμένο σε σταθερό επιτόκιο, ενώ οι ανάγκες δανεισμού από τις αγορές τα επόμενα χρόνια είναι πολύ περιορισμένες. Βεβαίως, όλες οι μεσογειακές χώρες αντιμετωπίζουν ήδη και θα αντιμετωπίσουν αναπόφευκτα μεγαλύτερη αύξηση του κόστους του χρήματος στα δάνεια που χορηγούν οι εμπορικές τράπεζες. Η αύξηση αυτή θα πιέσει τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τους καταναλωτές και θα περιορίσει τη διάθεσή τους για επενδύσεις και κατανάλωση, με αποτέλεσμα την κάμψη της αναπτυξιακής δυναμικής στις χώρες του Νότου σε μικρότερο, όμως, βαθμό σε σχέση με τις βορειότερες χώρες για μια σειρά από λόγους.

Οι μεσογειακές χώρες της ευρωζώνης διαθέτουν σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες σε σύγκριση με τις βορειότερες χώρες, καθώς τουρισμός και εστίαση στις νότιες ευρωπαϊκές χώρες αποτελούν πολύ σημαντικές οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες είναι λιγότερο ενεργοβόρες σε σχέση με τον βιομηχανικό Βορρά και ιδίως τη Γερμανία. Ετσι, η «ενεργειακή φτώχεια» που θα ενσκήψει τον προσεχή χειμώνα θα πλήξει πολύ περισσότερο τον Βορρά, παρά τον Νότο της ευρωζώνης. Οι ανάγκες σε ενέργεια στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες είναι δυσκολότερο να ικανοποιηθούν, γιατί χρειάζονται μεγαλύτερες ποσότητες και ταυτόχρονα οι χώρες αυτές είναι δυσκολότερα προσβάσιμες για το υγροποιημένο φυσικό αέριο που έρχεται από άλλες πηγές εκτός Ρωσίας, από την οποία η Ευρώπη προσπαθεί να απεξαρτηθεί, ενώ και η ίδια η Ρωσία έχει αρχίσει να περιορίζει την παροχή φυσικού αερίου.

Επιπλέον, οι κλιματικές συνθήκες στον Νότο της Ευρώπης είναι κατάλληλες για ταχύτατη ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), καθώς οι χώρες της Μεσογείου διαθέτουν άφθονο ήλιο και αέρα. Ηδη, η Ισπανία και η Πορτογαλία παράγουν πολύ περισσότερη ενέργεια από ΑΠΕ σε σχέση με τις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Η δυνατότητα αυτή έχει τεράστια σημασία για το μέλλον των χωρών αυτών, καθώς το ενεργειακό μείγμα θα στηριχτεί πολύ περισσότερο στις ΑΠΕ, σε σχέση με άλλες περισσότερο παραδοσιακές πηγές ενέργειας.

Ακόμη περισσότερο, η αξιοποίηση της θαλάσσιας οικονομίας -όχι μόνο η αναζήτηση υδρογονανθράκων, αλλά και η εκμετάλλευση άλλων δυνατοτήτων που συνδέονται με τη θάλασσα (π.χ. η κυματική ενέργεια)- μπορεί να αποδώσει σημαντικά για τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης της παράκτιας ναυτιλίας, του ναυτιλιακού τουρισμού, των λιμενικών δραστηριοτήτων και της ναυπηγικής βιομηχανίας.

Τέλος, η προσέλκυση επενδύσεων από επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας, αλλά και η εγκατάσταση στελεχών υψηλού επιπέδου, εργαζόμενων και από απόσταση, προκειμένου να επωφεληθούν από τις εξαιρετικές κλιματικές συνθήκες, μπορεί να έχουν σημαντικό αναπτυξιακό αποτέλεσμα στις μεσογειακές χώρες της Ευρώπης. Τέτοιες εξελίξεις έχουν ήδη σημειωθεί και πρέπει να ενισχυθούν, καθώς η ψηφιακή επανάσταση προχωρά με γρήγορους ρυθμούς, επιταχυνόμενους και από την πανδημία. Η χώρα μας, ως κατεξοχήν μεσογειακή χώρα, ήδη προσπαθεί να αξιοποιήσει όλες τις προαναφερόμενες δυνατότητες προκειμένου να ξεπεράσει τα σημερινά προβλήματα (1).

1) Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τις δυνατότητες της Ελλάδας να αξιοποιήσει τη θέση της στη Μεσόγειο βλ. το συλλογικό έργο με Επιμ. των Ναπ. Μαραβέγια – Στερ. Μπαμπανάση «Η Ελλάδα στη Μεσόγειο» από τις εκδόσεις Ιδρυμα Μεσογειακών Μελετών/Παπαζήσης, Αθήνα 2022.

Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στο real.gr

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος

EN