Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Η εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ δημοσίευσε στις 23 Μαρτίου 2022 άρθρο του Ομότιμου Καθηγητή Οικονομικών του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών ΕΚΠΑ, κ. Παναγιώτη Ε. Πετράκη, με τίτλο “Η Κρίση του Χρέους: Πόσο Κινδυνεύουμε”.

Το άρθρο αναφέρει τα εξής:
“Μετά τη χειροτέρευση των πολεμικών συνθηκών στο έδαφος της Ουκρανίας κάναμε νέες εκτιμήσεις για την ελληνική (και την ευρωπαϊκή) οικονομία. Στο σενάριο που έχουμε πλέον διατηρούμε τις πιέσεις στον μέσο ετήσιο πληθωρισμό στο 7,2% έναντι 2,87% που εκτιμούσαμε πριν από την επιδείνωση.

Το αυξημένο αυτό ποσοστό πληθωρισμού θα πρέπει να ληφθεί ως γενικότερη ένδειξη επιδείνωσης της κατάστασης στον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ (2,12% έναντι 3,28% πριν από την επιδείνωση), στην ιδιωτική κατανάλωση (+2,77% έναντι 4,12% πριν), στο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα (+0,70% έναντι +2,98% πριν). Οι τάσεις επιδείνωσης είναι σαφείς χωρίς να λαμβάνουν πάντως καταστροφικές διαστάσεις ούτε να συγκρίνονται με την κρίση του COVID-19 η οποία ήταν πολύ οξύτερη.

Υπό αυτές τις αρνητικές συνθήκες και τα δημόσια οικονομικά θα υποστούν πιέσεις, χωρίς όμως να υποστούν κρίσιμες μεταβολές. Οι κρατικές δαπάνες θα αυξηθούν κατά +1,88% (έναντι μηδενικής αύξησης που προβλεπόταν πριν) ως αποτέλεσμα της αύξησης των δημόσιων εσόδων κυρίως λόγω της αύξησης της τιμής των καυσίμων (+10,49% τώρα έναντι +8,66% πριν από την επιδείνωση).

Το χρέος της γενικής κυβέρνησης (ορισμός Μάαστριχτ) ως ποσοστό του ΑΕΠ από 452,6 δισ. ευρώ το 2021 θα ανέλθει στα 460,5 δισ. ευρώ το 2022 και στα 463,5 δισ. Ευρώ το 2023, με αποτέλεσμα λόγω της ανόδου του ΑΕΠ το χρέος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ να κατέλθει από 199,63% το 2021 στο 191,88% το 2022 και στο 175,9% το 2023. Το χρέος πάντως διατηρεί τα ασφαλή χαρακτηριστικά της πολύ μικρής έκθεσής του στην ελεύθερη αγορά και τον μακρύ μέσο χρόνο διάρκειάς του.

Οι εξελίξεις αυτές, μαζί με την τραπεζική εξυγίανση, πολύ λογικά, έφεραν την αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδος από τον καναδικό DBRS σε μόλις ένα σκαλοπάτι κάτω από την επενδυτική βαθμίδα. Εάν η βελτίωση συνεχιστεί ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας θα διαθέτουν πρόσβαση σε φθηνότερο δανεισμό από το 2023.

Για τα δημόσια οικονομικά, τελικά, θα πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι διότι δεν γνωρίζουμε την εξέλιξη της κρίσης. Αν και έχει αποφευχθεί η πυρηνική σύγκρουση, η ένταση και ο χρονικός ορίζοντας είναι άγνωστα. Εάν διακοπεί η πολεμική σύγκρουση ποια θα είναι η εξέλιξη στον οικονομικό πόλεμο (βαριές κυρώσεις) Δύσης και Ρωσίας; Από την άλλη, εάν παραταθεί η κρίση είναι πιο πιθανό να δούμε την ΕΕ να αναλαμβάνει ενεργότερο ρόλο, στην ενέργεια, τη δημοσιονομική διαχείριση και στις πολεμικές δαπάνες. Θα διακινδυνεύσει η ΕΚΤ μια ύφεση, όπως στις ΗΠΑ, αυξάνοντας σημαντικά τα επιτόκια το 2022 και το 2023; Ποιες θα είναι οι αποφάσεις για τα δημοσιονομικά το 2023; Η ύφεση πάντως θα έφερνε και κρίση χρέους και λάθη γίνονται πάντοτε. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των 24ης-25ης Μαρτίου ίσως μας φωτίσει περισσότερο.

Μέχρι σήμερα η δημοσιονομική διαχείριση είναι στοχευμένη και επιτυχής μεταξύ σφύρας και άκμονος. Θα πρέπει πάντως να την αντιμετωπίζουμε ως μια πρώτη φάση άμυνας στη νέα κρίση. Οι αποφάσεις για τους κατώτατους μισθούς και η ευρωπαϊκή (και εθνική) πολιτική που θα αναπτυχθεί θα ανήκουν σε μια επόμενη φάση.”

nea 23 3 222222222222

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 23 Μαρτίου 2022
Δείτε την αναδημοσίευση στο InDeep Analysis: http://indeepanalysis.gr

ΕΚΠΑ © 2022. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος