«Γυναίκες, ανισότητες και έμφυλες ταυτότητες: Διαθεματική προσέγγιση» / Μ.-Κ. Χολέβα & Α.-Σ. Αντωνίου
(Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική, Μάρτιος 2026).
Στον σύγχρονο κοινωνικό και επιστημονικό προβληματισμό, οι έμφυλες ανισότητες εξακολουθούν να παραμένουν βαθιά ριζωμένες και να αναπαράγονται μέσα από ένα σύνθετο και διαρκώς μεταβαλλόμενο πλέγμα κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών και θεσμικών παραγόντων. Οι περιορισμοί στην ενδυνάμωση και την αυτονομία των γυναικών αποτελούν παγκόσμιο και διαχρονικό φαινόμενο το οποίο εκδηλώνεται σε πολλαπλά επίπεδα: στην κοινωνική θέση, την εκπαίδευση, την επαγγελματική ζωή και την αγορά εργασίας, την υγεία, την πολιτική συμμετοχή και την καθημερινή ασφάλεια. Καθεμία από αυτές τις διαστάσεις συνυφαίνεται με τις υπόλοιπες, παράγοντας μοναδικές εμπειρίες αποκλεισμού.
Αξίζει να επισημανθεί η πολυπλοκότητα και η διασύνδεση των ανισοτήτων που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο, εξετάζοντας το φύλο ως μια δυναμική κατηγορία ανάλυσης σε αλληλεπίδραση με άλλους άξονες κοινωνικής διαφοροποίησης. Είναι σαφές ότι οι ανισότητες δεν είναι μονοδιάστατες· συγκροτούνται και αναπαράγονται μέσα από πολλαπλές και διασταυρούμενες μορφές αποκλεισμού που σχετίζονται με την κοινωνική τάξη, τη φυλή, τη σεξουαλικότητα, την αναπηρία, τη θρησκεία και άλλες κοινωνικές ταυτότητες. Η κατανόηση των διαστάσεων αυτών υπερβαίνει το θεωρητικό ή ακαδημαϊκό πεδίο και συνιστά καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση ουσιαστικών πολιτικών και την πραγματική ενδυνάμωση των γυναικών. Η αναγνώριση της έμφυλης διάστασης σε σημαντικούς τομείς, όπως η εργασία, η εκπαίδευση, η υγεία και η τεχνολογία, καθώς και η ολιστική και συστηματική αντιμετώπιση των μορφών βίας και αποκλεισμού αποτελούν σημαντικά βήματα προς την επίτευξη της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η εμπειρία των φεμινιστικών κινημάτων, των πολιτικών πρωτοβουλιών και των δράσεων ενδυνάμωσης αναδεικνύει ότι η αλλαγή είναι εφικτή, όταν κινητοποιούνται συλλογικές δυνάμεις με επίγνωση της διαθεματικής διάστασης των ανισοτήτων. Ο δρόμος προς την ισότητα, ωστόσο, απαιτεί συνεχή εγρήγορση, πολιτική βούληση και ενεργό συμμετοχή των ίδιων των γυναικών στη διαμόρφωση των πολιτικών που τις αφορούν. Οι γυναίκες δεν είναι παθητικά υποκείμενα ανισοτήτων, αλλά αποτελούν φορείς γνώσης, εμπειρίας και κοινωνικού μετασχηματισμού.
Η παγκόσμια φεμινιστική κινητοποίηση και η δέσμευση για κοινωνική δικαιοσύνη γεννούν ελπίδα και δύναμη για ένα μέλλον πιο συμπεριληπτικό και ισότιμο. Όπως επισημαίνει η Audre Lorde, «δεν μπορούμε να εξαλείψουμε μία μορφή καταπίεσης, αν δεν αναγνωρίσουμε και δεν καταπολεμήσουμε όλες τις άλλες». Η πρόκληση για το μέλλον συνίσταται στη διαμόρφωση πολιτικών, εκπαιδευτικών συστημάτων και θεσμών που ενσωματώνουν τη φεμινιστική αρχή της ισότητας μέσα από τη διαφορετικότητα και τη συλλογικότητα. Η επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας των φύλων και η ενδυνάμωση όλων των γυναικών και των κοριτσιών διαμορφώνονται μέσα από μια σύνθετη αλληλεπίδραση θεσμικών και κοινωνικών ρυθμίσεων. Η πραγματική πρόοδος προϋποθέτει όχι μόνο την ύπαρξη θεσμών και πολιτικών διασφάλισης της ισότιμης συμμετοχής, αλλά και τη δραστική αντιμετώπιση των βαθιά ριζωμένων κοινωνικών κανόνων και στερεοτύπων που εξακολουθούν να υπονομεύουν την ισότητα.
Εν κατακλείδι, η επίτευξη της ισότητας των φύλων δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό αίτημα, αλλά και θεμελιώδη προϋπόθεση για τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και την αειφόρο ανάπτυξη. Η ανατροπή των έμφυλων ανισοτήτων απαιτεί διαρκή αγώνα, συλλογική ευθύνη και ουσιαστική πολιτική δέσμευση, ώστε οι θεσμοί να λειτουργούν με γνώμονα τα δικαιώματα και τις ανάγκες όλων. Η ισότητα αποτελεί μια δυναμική, εξελισσόμενη διαδικασία που πρέπει να καλλιεργείται, να υπερασπίζεται και να διευρύνεται σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής.
«Γυναίκες, ουσιοεξάρτηση και μετανάστευση – Ψυχοκοινωνικές και ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις ψυχικής οδύνης και επανανοηματοδότησης»
Μ. Ντάλλα & Α.-Σ. Αντωνίου (Εκδόσεις Gutenberg-Ιανουάριος 2026)
Η έρευνα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την προσαρμογή των μεταναστών/μεταναστριών στις χώρες υποδοχής, τις διεργασίες επιπολιτισμού, το επιπολιτισμικό στρες, τους τραυματικούς παράγοντες της μετανάστευσης, κ.ά. Λίγες είναι οι μελέτες που έχουν ασχοληθεί με τα θέματα της ουσιοεξάρτησης στους μετανάστες, και ελάχιστες αυτές που ασχολούνται με τη μετανάστευση και τη γυναικεία ουσιοεξάρτηση. Ωστόσο, τόσο η έρευνα όσο και οι κλινικές περιπτώσεις αναδεικνύουν μια ιδιαίτερη εικόνα για τη γυναικεία ουσιοεξάρτηση στον πληθυσμό των μεταναστών και προσφύγων.
Η γυναίκα, η νεαρή και η μητέρα, η μετανάστρια, η πρόσφυγας μέσω της ουσιοεξάρτησης υψώνουν τη φωνή τους έναντι της ρηχότητας και του ναρκισσισμού της κοινωνίας, έναντι της ασταθούς και απρόβλεπτης πατρικής και μητρικής συμπεριφοράς, έναντι της σύγχυσης του δεσμού μεταξύ παιδιού και γονέων. Αποκαλύπτουν κοινωνικά και οικογενειακά συμπτώματα οι οποίες προσιδιάζουν προς τις ναρκωτικές ουσίες. Έχει, επανειλημμένως, ομολογηθεί ότι οι γονείς, όχι σπάνια, δεν κατανοούν τι σημαίνει παιδί, έφηβος, νέα γενιά και δεν έχουν τη διάθεση να το μάθουν — δεν διαθέτουν πρόθυμα αυτιά να ακούσουν. Το αναφέρουν ξεκαθαρά οι εξαρτημένες γυναίκες στις συνεντεύξεις: «Η μάνα μου δε με αγάπησε ποτέ», «Η μάνα μου ήταν ψυχρή», «Ο πατέρας μου ήταν βίαιος και επιθετικός».
Αναζητούν τη γλυκύτητα, τη ζεστασιά, την αγκαλιά, την αφειδώλευτη προσφορά της μητέρας, αλλά και τις αρχές του πατέρα, το πρότυπό του, την προστασία του, ο οποίος θέτει συγκεκριμένο πλαίσιο και όρια και όχι τη βία, την επιθετικότητα, την κακοποίηση, την επιβολή και την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά. Επιπλέον, η σύγχρονη κοινωνία έχει απολέσει το βάθος της και την προοπτική της, κυριαρχεί το φαινομενικό, ο ψυχικός χώρος έχει αλλοιωθεί, δεν υπάρχουν σημεία αναφοράς, η νέα και ο νέος συχνά παραδέχονται ότι δεν γνωρίζουν ούτε τι θέλουν ούτε τι αγαπούν. Σε ένα περιβάλλον γενικευμένης και άκριτης κυριαρχίας των «social» και της AI υιοθετείται μια ευτελής προσέγγιση της αγάπης και του έρωτα, και εδραιώνεται ο χώρος της μοναξιάς, της απαισιοδοξίας και της αποστέρησης.
Ο διψασμένος για αγάπη εγκέφαλος της γυναίκας καταφεύγει στα υποκατάστατα, τις ουσίες, την απόλαυση της οδύνης, τα οποία αντανακλούν την απελπισία, την απόγνωση, την πλήρωση του κενού και του ελλείμματος. Με την πράξη της, η εξαρτημένη γυναίκα καλεί γονείς και κοινωνία να συνειδητοποιήσουν τα συγκρουσιακά αδιέξοδα των προβλημάτων της και την υπερευαισθησία της, τα οποία έρχονται σε ρήξη με τις οικογενειακές και κοινωνικές επιταγές, με το πολλαπλό στίγμα ως εξαρτημένης γυναίκας, εξαρτημένης μητέρας, εξαρτημένης μετανάστριας και εξαρτημένης πρόσφυγος.
Η οδύνη της εξαρτημένης γυναίκας δεν συνιστά άρνηση της ζωής, της αγάπης, της θηλυκότητας, του έρωτα και της μητρότητας. Καταφεύγει στην κραυγή ενός ελλείμματος δεσμού και αγάπης που τη θεωρεί πολύτιμη, καθώς καλλιεργεί και διαιωνίζει την ευχάριστη εμπειρία. Παρουσιάζει ένα πρόσωπο μέσω του οποίου μιλά ως πολίτης, ως μέλος μιας κοινωνίας που παράγει αποξενωμένους ανθρώπους, επιθετικότητα και, εν τέλει, βία. Μια κοινωνία η οποία δεν καλύπτει με νόημα το κενό και το έλλειμμα αλλά αποπροσανατολίζει και δεν επιτρέπει να μορφοποιηθεί ένα πλήρες εσωτερικό «είναι», δεν διαθέτει λόγους αγάπης και έρωτα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η οδύνη της εξαρτημένης γυναίκας καθίσταται εντονότερη εντός του χρόνου μιας νέας αρχής, της κυοφορίας, αλλά και μέσα στον φόβο της αγκαλιάς, της ζεστασιάς και της ανατροφής ενός παιδιού.
Η υφιστάμενη διεθνής βιβλιογραφία, καθώς και οι κλινικές εμπειρίες, αποκαλύπτουν την ανάγκη της εξαρτημένης γυναίκας να σταθεί στα πόδια της, να μετατρέψει την οδύνη σε μια καινούργια αρχή μέσα σε ένα πλαίσιο απεξάρτησης με βασικό εργαλείο την ψυχοθεραπεία, η οποία εμπεριέχει τις ιδιαιτερότητές της: γυναίκα και μητέρα, νεαρή και ενήλικη μητέρα, μετανάστρια και πρόσφυγας. Η ανάδειξη βασικών διαστάσεων όσον αφορά την προβληματική της ουσιοεξάρτησης από την πλευρά των γυναικών καθίσταται επιβεβλημένη καθώς συμβάλει στην ευαισθητοποίηση της οργανωμένης Πολιτείας προς την κατεύθυνση της πρόληψης των εξαρτήσεων των νέων ανθρώπων, γυναικών και ανδρών, όπως και προς τη στήριξη της γυναικείας απεξάρτησης.
